Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

Ανώτερο από Parker

Δευτέρα Γυμνασίου. Σχολικόν έτος 1970 -71. Η Εθνική κυβέρνησις δωρίζει σε όλα τα σχολεία της χώρας προτομές του Μεγαλέξανδρου. Έτσι. Στα καλά καθούμενα. Επ’ ευκαιρία της δωρεάς, ομιλία συφοριασμένου φιλόλογου μετά την πρωινή προσευχή, που τα κατάφερε κι έβγαλε τον κομμουνισμό εχθρό του μεγάλου Μακεδόνα στρατηλάτη.  Η έννοια της διαλεχτικής, μας ήταν άγνωστη ακόμα, αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά με την αντιδιαστολή. Πάντως το παλαμάκι και τα ζήτω ήταν δεδομένα.Η ύπαρξη του Parker στη μπροστινή θήκη της τσάντας ήταν δηλωτική ανωτέρας ποιότητος. Οι μεγάλοι τον έβαζαν στην κωλότσεπη έτσι ώστε να περισσεύει μόνο το χαρακτηριστικό βελάκι  Αρκούσε. Οι άσχετοι χρησιμοποιούσαν εκείνους τους κίτρινους γερμανικής κατασκευή - πριν τους Μπικ- τους Schneider.Ο Δημητράκης μάζευε τα φραγκοδίφραγκα που περίσσευαν απ’ το χαρτζιλίκι κανά τριάρι μήνες. Όταν έφτασε στο αστρονομικό ποσό των τριάντα πέντε δραχμών τα ‘βαλε στην τσέπη, πέρασε α’ τον μπακάλη της γειτονιάς και μετέτρεψε τα λιανά σε χαρτονομίσματα -μην μας πάρουν και για διακονιαρέους- και μπήκε με αέρα στο ένα απ’ τα δυο κεντρικά βιβλιοχαρτοπωλεία της μικρής μας πόλης. Εκείνος ο μεταλλικός  ασημί Parker (όχι χρώματα και μαλακίες) ο λεπτός, ήταν ξαπλωμένος καιρό τώρα στην προθήκη και περίμενε.  Ο χοντρός ήταν πιο φτηνός αλλά δεν άξιζε. Τον έδειξε αμίλητος. Ο κοντοστούπης βιβλιοπώλης , ο ένας απ’ τους δυο συνεταίρους, εκείνος με τα μισά γυαλάκια -είχε κάνει και στην Αμερική – τον κοίταξε διερευνητικά.
-Άστο αυτό. Έχω ένα, ανώτερο από  Parker, και του 'δειξε ένα χρυσό λεπτό μεταλλικό στυλό.  Τέτοιο δεν έχει άλλος, θα είσαι και ο πρώτος.
-Ανώτερο από Parker;
-Ανώτερο δεν το κουβεντιάζω. Εγώ να πουλήσω θέλω.  Όποιο θέλεις παίρνεις.
Αλλά… άφησε μισοτελειωμένη την πρόταση και το υπονοούμενο σερνότανε. 
Η κοσμοθεωρία ανατράπηκε. Ο πειρασμός της πρωτιάς υπερίσχυσε. 
-Εντάξει αποδέχτηκε ο μικρός . Η συναλλαγή ολοκληρώθηκε κι απ’ την επόμενη μέρα το εργαλείο έκανε την μόστρα του, αφημένο αδιάφορα στο αυλάκι του ξύλινου θρανίου, έτοιμο να χρησιμοποιηθεί όταν χρειαζόταν. Στα διαλείμματα έμπαινε στην τσέπη δι’ ευνόητους λόγους. Αυτά για κανα δυο μήνες. Όταν κάποια στιγμή σώθηκε το μελάνι, μπήκε κορδωτός ο Δημητράκης στο μαγαζί, γυρεύοντας το ανταλλακτικό. Ο ποντικομουρης τον κοίταξε, κοίταξε και το στυλό .-Ανταλλακτικό; Δεν έχουμε.
-Μα είναι ανώτερο από  Parker 
-Ναι αλλά δεν μας έχουν στείλει ανταλλακτικά. Πέρνα τον άλλο μήνα με τις νέες παραλαβές μήπως έχει τίποτα.
Σαράντα χρόνια τώρα όταν του προτείνουμε κάτι μας ρωτάει. Ανώτερο από Parker;

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Σχεδίασμα


Όταν οι άνθρωποι πλησιάζουν την τελευτή, εάν διατηρούν σώας τα φρένας τους, ( ξέρετε η άνοια λειτουργεί λυτρωτικά ως προς τον φόβο του θανάτου) είναι λογικό να ανασύρουν από το παρελθόν, εμπειρίες και εικόνες, που τους σημάδεψαν.

Κι όταν τις μοιράζονται μαζί σου είναι εύκολο ν' αποκτήσεις την ψευδαίσθηση πως ήσουν κι εσύ εκεί. Ειδικά αν περπατάς στους ίδιους δρόμους .

Δρομάκια και δρόμοι και μικρές πλατείες που είδαν τους 400 να τους πηγαίνουν για εκτέλεση. Και μετά από μερικά χρόνια τους αντάρτες να πηδούν τις χαμηλές μάντρες κι από σπίτι σε σπίτι να πλησιάζουν το Θηλέων, που ήταν ταμπουρωμένοι οι ταγματασφαλίτες. Οι κάθετοι δρόμοι βλέπεις ήταν απροσπέλαστοι λόγω των πολυβόλων.


Έλεγε ο γερο Ιπποκράτης για τον γερμανό εξωμότη που είχε πάει με το ΕΑΜ και είχε βουτήξει κι ένα πολυβόλο και το χε πάρει μαζί του. Έλεγε πως τούδειχνε που να βαράει όταν περικύκλωσαν το Πάνθεον και τελικά τόκαψαν.


πόσες διαστάσεις άραγε;

Τίναξα απ' την ράχη μου
το φορτίο του χαμού μου.
Ξεπέρασα με το νου το συναπάντημα
στην αρένα της φθοράς
και βρήκα τη λύτρωση,  καταργώντας τον χρόνο.
Τέταρτη και χιλιοστή διάσταση της ύπαρξης
ο νους π' αχαλίνωτος οδηγεί στο ηδονικό.


Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Ανάσταση στο Νεκροταφείο




Εδώ και 30 χρόνια κάνω Ανάσταση στο κοιμητήριο της πόλης μου.
Είναι ένα έθιμο παλιό στην πόλη (φαντάζομαι κι αλλού), όσοι έχουν νεκρούς να κάνουν Ανάσταση πάνω απ' τον τάφο. Επειδή όμως ο οικογενειακός τάφος γύρω απ’ τον οποίο στεκόμαστε (για το εικοσάλεπτο είναι η αλήθεια , μέχρι να πει ο παπάς το Χριστός Ανέστη), είναι σχεδόν στην είσοδο του ναού και του κοιμητηρίου, με πολλά φώτα, κόσμο που πηγαινόρχεται και γενικότερα καθόλου κατανυκτικό ύφος, δεν είχα πάρει χαμπάρι τι σημαίνει επί της ουσίας Ανάσταση στο Νεκροταφείο.
Μέχρι πέρυσι. Που αποφάσισα να ανάψω ένα κερί στον τάφο ενός συγγενικού μου προσώπου πρόσφατα χαμένου και μόνου του στον κόσμο και που ήξερα ότι κανείς άλλος δεν θα νοιαζόταν. Ο ίδιος βέβαια,, αν μ’ έβλεπε, το πιθανότερο είναι να με διαολόστελνε καθότι μάλλον αρχειομαρξιστής στα νιάτα του και σίγουρα παραιτημένος από τα εγκόσμια, στα γεράματα του υπήρξε.
Έτσι αφού φτάσαμε αρκετά νωρίτερα από το «δεύτε λάβετε…» όταν ακόμα ο ψάλτης επαναλαμβάνει μονότονα το «κύματι θαλάσσης…» άφησα όπως όλοι την λαμπάδα μου πάνω στο οικογενειακό μνήμα να αναπαύεται και παίρνοντας δυο κεριά άρχισα να ψάχνω μέσα στο σκοτάδι τον τάφο του μπάρμπα μου. Κι εκεί έπαθα σοκ. Δεν μπορούσα να το φανταστώ αυτό που έβλεπα και στο όποιο συμμετείχα . Εκατοντάδες άνθρωποι δίπλα στα μνήματα στο σκοτάδι με κεράκια να περιμένουν και να ανταλλάσσουν ευχές φροντίζοντας τα λουλούδια και ανάβοντας τα λιβανιστήρια. Μια απόκοσμη εικόνα θλίψης και αναμονής και -δεν μου το βγάζεις από το μυαλό- ευτυχίας για το ότι εμείς είμαστε εκεί κι οι άλλοι από κάτω.

Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

Στο βαπόρι για την Αμέρικα.



 Που λες, εκείνα τα χρόνια πολύς κόσμος έφευγε στην Αμερική να βρει την τύχη του. Και δεν ήταν όλοι φτωχοί που ψάχναν για δουλειά. Ήταν κι άλλοι που ’πρεπε να φύγουν. Να σα ντον Γιάννη. Ήμουν δεν ήμουν δεκατρίο χρονώ και κείνο το βράδυ ότι είχα βγει από τον αργαλειό και τύλιγα το νήμα στη σαΐτα για να γλυτώσω απ’ τις φωνές, όταν άκουσα το χτύπημα στο τζαμιλίκι της πόρτας. Ποτές δεν κατάλαβα γιατί οι πόρτες αυτές είχαν τα τζάμια απέξω και τα ξύλινα παντζούρια από την μέσα μεριά.
Σιγανό χτύπημα, παρακλητικό σα να θελε να μην ακουστεί, σα να το μετάνιωσε την στιγμή που χτύπησε. Άνοιξε την πόρτα πατώντας το ζεμπερέκι(1) και μπήκε απ’ το δρόμο· μικρόσωμος, μαυριδερός, κάτι μου θύμιζε. Κοίταξε κατά τη μάνα μου που είχε προβάλει απ’ την κουζίνα.
-Καλησπέρα θειά μουρμούρισε.
-Καλώς τον Γιάννη αντιγύρισε  η μάνα μου. Πως βρέθηκες βρε τέτοια ώρα εδώ; Τι κάνει η μάνα σου; 
Ξαφνικά τον θυμήθηκα. Ο Γιάννης της Σπύραινας του Δασκαλέα.
Δεν είχε πατέρα, -τ’ ορφανό- λέγανε πίσω απ’ την πλάτη του όταν πέρναγε στο καφενείο. Με την οικογένεια του κρατάγαμε  τη συγγένεια, τριτοξάδερφα, κάτι τέτοιο. Το σπίτι του ήταν σιμά στον πύργο του Μούρτζινου(2)  απ’ την μεριά της μισογκρεμισμένης μάντρας που ανεβαίναμε να σώσουμε(3) κάνα σύκο το καλοκαίρι. Άκουγα που μουρμούραγαν οι δικοί μου, πως ήταν ακουμπισμένοι οι Δασκαλαίοι στους Τρουπάκηδες(4)  αλλά δεν καταλάβαινα τι παναπεί αυτό κι αν είναι κακό.
-Θειά έχεις να με βάλεις πουθενά γι απόψε; Με ψάχνουνε.
-Ωχου τρομάρα μου. Τι πήγες κι έκαμες μωρέ μουρλέ;  Ποίονε  βρε; Άσε, μη μου πεις καλύτερα, να μην τόχω κρίμα στο λαιμό μου. Τι θα κάμομεν τώρα; Αρχίνισε το μοιρολόι και ταυτόχρονα τον άρπαξε απ’ το μπράτσο και τον τράβηξε προς το πορτόνι (5)  που έβγαζε απ’ το πλάι στην κύρια είσοδο με την ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στις κάμαρες. Άντε πάνω στο μικρό δωμάτιο δεξιά και θάρθω να σου φέρω ένα σεντόνι . Έχεις φάει τίποτα;  Η μάνα μου ήξερε. Δεν αναρωτήθηκε. Ο γδικιωμός(6) καλά κρατούσε. Χρόνια τώρα οι Δασκαλαίοι είχαν αμάχη με τους Σωτηριάνους.
-Όχι δεν έχω φάει αλλά δεν πάει κάτω τίποτα. Να πάρω μια ανάσα λίγες ώρες και να συνεχίσω θειά . Μόνο λίγο νερό αν μπορείς.
-Σμαράγδω, μου φώναξε  η μάνα μου, αϊ να φέρεις την κανάτα κι ένα ποτήρι για τον Γιάννη. Έφυγα κατά την κουζίνα κι άκουσα την πόρτα ν’ ανοίγει. Ο πατέρας μου είχε τελειώσει το λασκενέ (7) στο καφενείο κι είχε γυρίσει. Χωρίς να χρειαστεί να πάω να τον φωνάξω. Μέσα στον καφενέ δεν έμπαινα Απαγορευμένος τόπος. Ο καφετζής είχε το νου του κι άμα έβλεπε παιδί στην πόρτα πήγαινε πάνω απ’ την πλάτη του γονιού κι ειδοποιούσε μ’ ένα σκούντημα
Με το που πέρασε την πόρτα, κατάλαβε χωρίς να χρειαστούν  λόγια. Κούνησε το κεφάλι για καλησπέρα και πήγε στη θέση του στο τραπέζι αμίλητος. Περίμενε να με τραβήξει  η μάνα μου κατά την κουζίνα κι έπιασε να κουβεντιάζει χαμηλόφωνα με τον μουσαφίρη. Δεν είπανε πολλά. Ο Γιάννης σηκώθηκε και τράβηξε κατά τη σκάλα. Αυτό σήμαινε ελευθέρας. Μπορούσα να επιστρέψω στη σάλα. Κάθισα στο διπλό ντιβάνι πίσω απ’ τον αργαλειό της μάνας μου με τον ξεχειλωμένο σουμιέ που χρησίμευε και ως καναπές . Εκεί παίρναμε και κάνα υπνάκο τα μεσημέρια ή το βραδάκι, πριν ανεβώ για το δωμάτιο. Ξάπλωνα χαζεύοντας την κεντημένη πάντα που κάλυπτε τον τοίχο στο πλαϊνό, κρύβοντας τον πεσμένο σοφά. Τα ιστορημένα με σταυροβελονιά, πάνω στην λινάτσα, λιοντάρια ήταν μέλη της οικογένειας πια, μετά από τόσα χρόνια που κοσμούσαν τον τοίχο. 
Η Νότα πήγε κι έκατσε δίπλα του πιάνοντας το μόνιμο  πλεχτό που πολέμαγε καιρό τώρα. 
-Τι θα κάμομεν Παναγιώτη αναρωτήθηκε φωναχτά ελπίζοντας να δώσει κι η ίδια την απάντηση. Ο γέρος δεν το σκέφτηκε καθόλου.
-Τι να κάμομεν; Να κοιμηθεί απόψε και το πρωί να πάει στην ευχή του Θεού κι όσο πιο μακριά μπορεί γιατί…. Δεν απόσωσε ξέροντας ότι θα ’λεγε τα ίδια και τα ίδια. Το ξέρε το τροπάρι. Το πρώτο φονικό είχε γίνει χρόνια πριν. Ο τελευταίος που είχε χαθεί ήταν ο μπάρμπας του Γιάννη ο αδερφός του πατέρα του, ήσυχος άνθρωπος αλλά βλέπεις η οικογένεια χρώσταγε αίμα. Και τώρα είχε έρθει η σειρά του μικρού να συνεχίσει το γαϊτανάκι .
-Βαλε να φάμε γύρισε στη μάνα μου κι ας λέει ότι δεν θέλει. Πήγαινε του μια μπουκιά ψωμί. Θαναι νηστικός αλλά ντρέπεται. Τον είδα που γύρισε κατά τον τοίχο στο πλάι και κοίταξε τις μπιστόλες.  Τις είχε κρεμασμένες από δυο στραβωμένες χοντρές πρόκες,  διμούτσουνες(9) μπροστογιομή(10) τριάντα χρόνια γεμάτες, έτοιμες. Για την κακιά την ώρα. Δεν τα εμπιστευόταν τούτα τα καινούργια με τους μύλους και τις σφαίρες που  τα βλέπε σε φίλους να τα θαυμάζουν. Πολύ μικρά, γυαλιστερά δεν ήταν σίγουρο ότι θα δούλευαν. Ενώ το μπροστογιομή ότι του βάλεις θα βγάλει, έλεγε και ξανάλεγε.
Έβαλε ένα ποτήρι κρασί έκαμε σταυρό και μου κάνε νόημα.
 -Έλα να κάτσεις να φάμε. Κάθισα απ’ την άλλη πλευρά, δεν ρώτησα , ήξερα ότι  υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει να ρωτάνε οι μικρότεροι  Τι κάματε σήμερα, πέταξε για να αλλάξει το κλίμα και να κόψει την κουβέντα για τους Δασκαλιάνους και τις σκοτούρες τους. Γύρισα και του ’δειξα με περηφάνια στον λάκκο(11) το τεντωμένο πανί .
 -Ύφανα κουκουλάρικο(12) και τόμαθα και βγαίνει ίδιο συνέχεια. . Άμα το τελειώσω θα φτιάξω ένα φουστάνι για καλό. Θα περσέψει και για πουκάμισο τον καλόπιασα. Γέλασε κάτω απ’ τα μουστάκια του. 
-Καλά θα δούμε, μουρμούρισε. Τρώγε τώρα να πας για ύπνο, νύχτωσε δεν θα σηκώνεσαι το πρωί. Ήταν η μόνιμη επωδός για να με στείλουν για το κρεβάτι. Άλλες φορές έπεφτε παρακάλιο να μείνω λίγο. Η κουβέντα των μεγάλων και τα απαραίτητα κουτσομπολιά για την γειτονιά ήταν καλύτερα κι από τα παραμύθια της γιαγιάς μου. Τούτη τη φορά όμως καταλάβαινα ότι δεν θα ’παιρνε κουβέντα. Ανέβηκα και ξάπλωσα αλλά ύπνο δεν είχα.
Είχε περάσει ώρα και το χτύπημα στην πόρτα με τίναξε απ’ το στρώμα. Κρεμασμένη στο ξύλινο κάγκελο στο κεφαλόσκαλο, τους είδα να μπαίνουν, καλησπερίζοντας τον πατέρα μου που τους άνοιξε.
-Καλώς τους. Πως τέτοια ώρα από δω; Κάτι απάντησαν κι έκατσαν στο τραπέζι.
Προσεχτικοί, διακριτικοί,  μπορεί να είχαν φονικό μπροστά τους, αλλά το σέβας στον οικοδεσπότη ήταν πάνω απ’ όλα.
-Μπάρμπα Πότη έχουμε χρέος, άκουσα τον μεγαλύτερο. Δεν γίνεται αλλιώς Δεν γυρίζουμε πίσω με αδειανά χέρια Το αίμα σκούζει και βοά.
-Ναι ξέρω, σκίζει λαγκάδια και βουνά αντιγύρισε ο γέρος. Αλλά πρέπει κάποια στιγμή να τελειώσει. Σώνει. Έπρεπε να ‘χουν κανονίσει οι γερόντοι να πάτε σε φτιάξη. Να γενεί ψυχικό(13) Δεν θα μπει τέρμα  ποτές έτσι όπως πάει. Καλά, πέστε τώρα εδώ στο κρεβάτι να βγάλουμε τη νύχτα και άμα φωτίσει  βλέπουμε. Τους άφησε τη λάμπα του πετρελαίου χαμηλωμένη και ανέβηκε στην κάμαρά του.
Έτσι κείνο το βράδυ  κοιμίσαμε το φονιά στο δωμάτιο απάνω και τους αδερφούς του σκοτωμένου κάτω. Αφώτηγα σηκώθηκε ο γέρος, τον κατέβασε από την κλαμπανή(14) στην αυλή, πήδηξε τη μάντρα πίσω απ’ το σπίτι και χάθηκε στο σκοτάδι. Ο γέρος γύρισε ήσυχος στο κρεβάτι του σίγουρος πως οι διώκτες δεν υπήρχε περίπτωση ν’ ανέβουν τη σκάλα. Δεν υπήρχε μεγαλύτερη ντροπής απ’ το να μη δείξουν εμπιστοσύνη στον οικοδεσπότη τους. Κοιμόντουσαν κάτω από τις πιστόλες του σίγουροι και ασφαλείς,  την ώρα που ο Γιάννης της Σπύραινας έφτανε στο Πεταλίδι(15) στον μπάρμπα του να κρυφτεί, ξεκινώντας μαύρη ζωή κλεισμένος μέσα, μέχρι να βρει βαπόρι για την Αμέρικα. 

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Γιατί δεν κατάλαβε.


Halt, φώναξε ο σκοπός απ’ το φυλάκιο στη γωνία του στρατοπέδου. Ξέρεις, εκεί στη Λακωνικής.  Ήταν περασμένες οχτώ, αλλά καλοκαίρευε πια και βάσταγε το φως ακόμα. Η απαγόρευση όμως ήταν στις εφτά κι έτσι κουνούπι δεν κυκλοφόραγε.
Η γριά η Λιού, του Λία του Σκαλέα ντε, ζαλωμένη με τον μπόγο που κουβάλαγε απ’ το Πραστίο πέντε ώρες δρόμο και γι’ αυτό σκυφτή, σήκωσε τα μάτια και κοίταξε το νεαρό -σχεδόν παιδί – με το ατσάλινο κράνος χωμένο βαθιά ως τα μάτια και τη γκρίζα μάλλινη στολή, που έχοντας κατεβάσει το αυτόματο απ’ τον ώμο, ξαναφώναξε κάτι σαν γαύγισμα.
Τι να λέει τώρα τρομάρα του; Άσε με στη συφορά μου χριστιανέ μου. Λίγο ακόμα να φτάσω στο μανιατοπάζαρο, να ξαποστάσω.
Άκουσε το μπαμ. Μέσα από τα κλειστά παράθυρα ζούσα κι εγώ όπως κι άλλοι πολλοί,  την ματαίωση της λογικής και την κυριαρχία του παράλογου.  Κανείς δεν κότησε  να βγει. Τη μαζέψαν το πρωί με το κάρο της Δημαρχίας.
Γιατί δεν κατάλαβε.  

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012

Το τηλεφωνημα


Εννέα παρά δέκα. Έχω ανοίξει τις πόρτες του γραφείου προς την βεράντα ώστε να μπει φρέσκος αέρας, η γραμματέας μου, η Όλγα δεν έχει έλθει ακόμα και απολαμβάνω το τεταρτακι πριν απ’ το μάθημα. Το τηλέφωνο τέτοια ώρα μόνο από κάποια μαμά, που θέλει να δηλώσει ότι το βλαστάρι της θα λείψει σήμερα, μπορεί να προέρχεται. 
- Τον κύριο Αργυρίου παρακαλώ. 
- Ο ίδιος.
- Κύριε Αργυρίου διάβασα την ανακοίνωση σας στην εφημερίδα, για το ταξίδι σ’ αυτό το κέντρο εκεί στην Ελβετία . Εκεί που σκοπεύετε να πάτε τους μαθητές. Εκεί που ανακάλυψαν – πρόκειται ν’ ανaκαλύψουν; - αυτό το πράγμα του Θεού ή κάπως έτσι. Να σας ρωτήσω κάτι ; Τι ακριβώς είναι αυτό το σωματίδιο; 
Ωχ! Η ερώτηση που πάντα φοβάται το ιερατείο . Η ερώτηση που μπορεί να απαντηθεί μόνο σε ειδικούς. Και που δεν πείθονται με τίποτα οι ‘απέξω’, ότι δεν υπάρχει τρόπος να καταλάβουν. Ότι είναι περίπου σαν να θέλουν να διαβάσουν Σαίξπηρ στο πρωτότυπο, χωρίς γνώση του αγγλικού αλφάβητου.
- Τι μας χρειάζεται όλο αυτό το πρόγραμμα; Σε τι θα μας εξυπηρετήσει αυτή η γνώση; Έχουν στήσει ένα κέντρο έρευνας για κάτι παντελώς άχρηστο. Κοστίζει δισεκατομμύρια για να μην πω τρισεκατομμύρια, την στιγμή που τα παιδάκια στην Αφρική πεθαίνουν από την πείνα και τις αρρώστιες. 
Ξανακοίταξα το ρολόι μου. Κοντεύει εννέα. Η ζέστη είναι ακόμα σε υποφερτά επίπεδα αλλά όχι για πολύ. Μα καλά στον ύπνο της μ’ έβλεπε; Άρπαξα την πάσα αποσιωπώντας το μέρος της ερώτησης που αναφερόταν στο επιστημονικό κομμάτι κι εστίασα στο εύκολο, δηλαδή στο οικονομικό. 
- Κυρία μου δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα. Ο προϋπολογισμός του CERN δεν είναι τρισεκατομμύρια. Και είναι ασήμαντος μπροστά στα εξοπλιστικά προγράμματα κάποιων χωρών συμπεριλαμβανομένης και της δικής μας. 
- Ναι δεν είναι τρισεκατομμύρια ίσως υπερέβαλα, αλλά παραμένει ένα μεγάλο ποσό που θα μπορούσε να διατεθεί σε άλλους τομείς, παραδείγματος χάριν στην έρευνα για τον καρκίνο. 
- Μα το ένα δεν εμποδίζει το άλλο. Απάντησα προσέχοντας την λανθάνουσα καλλιέργεια που ένδειξη της ήταν εκείνο το σωστά ειπωμένο « …χάριν» 
- Το επιβεβλημένο είναι να γίνονται και τα δυο. Ποιος σας είπε ότι δεν γίνονται έρευνες για τον καρκίνο και για άλλα αντίστοιχα προβλήματα; Πείτε μου όμως με ποιαν μιλαω; Η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής έχει αρχίσει να δημιουργεί εικόνα σαν ολόγραμμα μπροστά μου. Εβδομηντάρα, καλοστεκούμενη, αξιοπρεπής αστή, που ενημερώνεται απ’ τον ημερήσιο τύπο και ενδιαφέρεται για το καλό της ανθρωπότητας. Κάποια πρόσφατα προβλήματα υγείας συγγενικών της προσώπων έχουν αυξήσει την ευαισθησία της. 
- Κύριε Αργυρίου μπορεί να μην έχω σπουδάσει αλλά δεν είμαι αμόρφωτη. Φωτοπούλου λέγομαι. Βρέθηκα εδώ σε μια αίθουσα αναμονής και μια και είχα χρόνο σκέφτηκα να σας πάρω στο τηλέφωνο… Στις 9 το πρωί; Λίγο πριν μπω σε μια αίθουσα με μερικούς (και μερικές) 17ρηδες που καμία όρεξη δεν έχουν να ξυπνούν με την ανησυχία αν ο αρμονικός ταλαντωτής είναι απομονωμένο σύστημα ; Πρέπει να λύσω τα υπαρξιακά ερωτήματα μιας, απ’ ότι ακούγεται, υπερηλίκου κυρίας που βρήκε ευήκοον ους, θρονιάστηκε στο σαλονάκι του γιατρού της κι έχει όρεξη για ευπρόσωπη διαμάχη; 
- Κυρία μου η έρευνα στο CERN δεν είναι τόσο απλή ιστορία . Δεν πρόκειται μόνο για την ανεύρεση η μη, ενός καταραμένου φαντάσματος . Για να φτάσουν σ’ αυτό που έγινε ευρύτερα γνωστό, ασχολούνται χιλιάδες άνθρωποι κι έχει γίνει έρευνα σε πάρα πολλούς τομείς με σπουδαία αποτελέσματα. Όλη η δουλειά και οι ανακαλύψεις που γίνονται δεν έχουν εμπορικά κίνητρα. Είναι ελεύθερα προσβάσιμα σ’ όλους και προσφέρονται στην ανθρωπότητα δωρεάν . Το πρωτόκολλο www εκεί ανακαλύφθηκε και σήμερα έχει αλλάξει τον ρου της ιστορίας. Το έργο του CERN είναι η καθαρή επιστήμη, η διερεύνηση θεμελιωδών ερωτημάτων για τη Φύση Τι είναι η ύλη; Από πού προέρχεται; Πως σχηματίζει άστρα, πλανήτες και ανθρώπινα όντα. Δεν φοβήθηκα τον στομφώδη «ρου» διότι ήξερα ενδόμυχα ότι και θα καταλάβαινε τι της έλεγα (λόγω ηλικίας θα είχε άνεση με τα καθαρευουσιάνικα) αλλά πιθανόν να κέρδιζα και τις εντυπώσεις. Ταυτόχρονα πήρα το ρίσκο με αυτό για «τα ανθρώπινα όντα» για να ελέγξω τη θρησκοληπτική της προσέγγιση. 
- Ναι κύριε Αργυρίου όλα αυτά καλά τα λέτε σεις οι επιστήμονες αλλά ο απλός κόσμος έχει άλλες έννοιες και δεν μπορεί ν’ αποδεχτεί την σπάταλη για μια έρευνα που δεν οδηγεί πουθενά. Σας μιλώ ειλικρινά, το συζητούσα προχθές με πολύ σοβαρούς επιστήμονες, γνωστούς ιατρούς . Τα ονόματα τους δεν σκοπεύω να τα αναφέρω διότι δεν παίζουν κανένα ρόλο , αλλά δεν είναι οι πρώτοι τυχόντες. Κι αυτοί είχαν την ίδια άποψη. Ότι δηλαδή πρόκειται για σπατάλη χρημάτων σε μια άνευ χρησιμότητας έρευνα…. 
Είχε πάρει φόρα. Αυτά που σκόπευε να πει θα τα άκουγα. Αλλά είχε αρχίσει να μ’ αρέσει. Η Όλγα που εν τω μεταξύ έχει κατάφτασες αέρινη, πλημμυρίζοντας τον χώρο εκείνο το θαλασσινής έμπνευσης άρωμα της μου κάνει νοήματα. Ναι ήθελα καφέ απάντησα στη νοηματική και την ξαπόστειλα, ώστε να μην μου χαλάσει την αντέγκληση που είχε αρχίσει να έχει ενδιαφέρον. Οι γιατροί θάπρεπε να μην μιλούν, σκέφτηκα. Χρησιμοποιούν τις ακτίνες Röntgen και τους μαγνητικούς τομογράφους γιατί κάποιοι μανιακοί της έρευνας κάθισαν κι ασχολήθηκαν με την ιδιοπεριστροφή των πρωτονίων και κάτι άλλα τέτοια περίεργα. Διέκοψα λίγο απότομα τον ανερμάτιστο μονόλογο στον οποίο είχε επιδοθεί αποφασίζοντας να επιτεθώ με επιχειρήματα που θα μετέφεραν σε άλλο γήπεδο την μπάλα. 
- Κυρία Φωτοπούλου, μ’ αυτή την λογική η μελέτη των αρχαίων κλασσικών μας είναι άχρηστη . Ήξερα ότι αυτό θα πόναγε. 
- Λογοτεχνία διαβάζετε; Κακώς, δεν χρησιμεύει σε τίποτα. 
- Δεν είναι το ίδιο. Η λογοτεχνία δεν κοστίζει.    Τόλμησε να ψελλίσει αλλά δεν την άφησα να πάρει ανάσα. 
- Κι όλες οι πανεπιστημιακές έδρες μελέτης της λογοτεχνίας δεν έχουν κόστος; Γιατί να μην διαθέσουμε όλα αυτά τα χρήματα σε άλλα κανάλια που θα ανακουφίσουν την ανθρωπότητα; 
Δεν περίμενα βέβαια ότι θα πάρω απάντηση. Η ηλικία και η κοινωνική κατάσταση που υπέθετα ότι έχει, έβαζαν τα γράμματα και τις τέχνες πολύ ψηλά στην κλίμακα των ανθρώπινων αξιών. Οτιδήποτε εναντίον τους ήταν από απλή βρισιά έως αμαρτία. Η Όλγα είχε αφήσει τον καφέ μπροστά μου και αφού με κοίταξε με απορία, μ’ άφησε να συνεχίσω, αλλά είχα ήδη κερδίσει στα σημεία. 
- Κύριε Αργυρίου δεν με πείθετε. Ότι και να μου πείτε, δεν μου αρκεί  Πέρασε από την διαλεκτική αντιπαράθεση στην δογματική αντιμετώπιση . 
- Να σας αφήσω τώρα …
Ένα περίεργο συναίσθημα με κυρίευσε. Δεν ήθελα να 'χω κερδίσει τόσο εύκολα σ’ αυτή την αντιπαράθεση και δεν ήξερα αν είχα κερδίσει. 
- Κυρία Φωτοπούλου νομίζω ότι αυτό το θέμα θα είχε ενδιαφέρον να γίνει αντικείμενο μιας ευρύτερης συζήτησης . Ίσως θάπρεπε να κανονίσουμε μια διάλεξη η κάτι αντίστοιχο με κάποιους ειδικούς… 
- Ναι βεβαίως, καλημέρα σας κύριε Αργυρίου . Με άφησε όσο απότομα είχε ξεκινήσει τη συζήτηση. Άπλωσα το χέρι για τον καφέ και ξανακοίταξα το ρολόι στον τοίχο Μόλις εννέα και τρία λεπτά. Κι όμως πίστευα ότι είχε περάσει ώρα πολλή. Η αίσθηση του κενού δεν με εγκατέλειπε. Δεν μου άρεσε το γεγονός ότι την είχα αποστομώσει. Γύρισα στην Όλγα, που αφήνοντας το γραφείο της είχε θρονιαστεί απέναντι μου, προσπαθώντας να δικαιολογηθώ. 
- Έχουν αποτρελαθεί;  Στις 9 το πρωί να συζητήσουμε για την κοινωνική αξία του σωματιδίου Higgs.Τι άλλο μας μέλλεται;

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Προτιμήστε τον μαυροπίνακα! - science

Στα σχολεία ο μαθησιακός πυρετός κορυφώνεται, καθώς το πρώτο τρίμηνο έχει φθάσει σχεδόν στο τέλος του. Οι επιδόσεις άρχισαν ήδη να δοκιμάζονται και να μοιράζονται οι πρώτοι βαθμοί. Και αν τα μαθητικά χρόνια φαντάζουν ξέγνοιαστα για τους μεγαλύτερους, για τα παιδιά ίσως και να μην είναι τόσο ρόδινα. Σε μια υπερσύγχρονη κοινωνία όπου καθημερινά οι μαθητές βομβαρδίζονται από τεχνολογικούς πειρασμούς και από συνεχείς προσθήκες στο ήδη βεβαρημένο πρόγραμμά τους, πώς μπορούν άραγε να βελτιώσουν τους βαθμούς τους και παράλληλα να «γυμνάσουν» τον εγκέφαλό τους ώστε να αφομοιώνει όσο το δυνατόν περισσότερες γνώσεις; Ο αυστριακός «γκουρού» της ψυχιατρικής και επικεφαλής της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Ουλμ δρ Μάνφρεντ Σπίτσερ βρέθηκε στην Ελλάδα με αφορμή τη διάλεξή του στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Αναπτύσσοντας τις δεξιότητες στο διάβασμα» που διοργάνωσε το Ιδρυμα Ευγενίδου και μας ταξίδεψε στα άδυτα του εγκεφάλου. Εκεί όπου πραγματοποιούνται οι διεργασίες τις οποίες ονομάζουμε μάθηση. {AR}...

ΤΟ ΒΗΜΑ - Προτιμήστε τον μαυροπίνακα! - science

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Ο Παλαιολόγος ρε



-Όχι ρε μαλάκα. Αφού σου λέω μου το είπε ο ξάδερφος μου . Έχει μια πόρτα που δεν μπορούν να την ανοίξουν Δεν ανοίγει από τότε που μπήκαν οι τούρκοι. Προσπαθούν ρε, αλλά δεν μπορεί κανένας να την ανοίξει, σου λέω.
Ο Παλαιολόγος ρε, ο αρχιεπίσκοπος μαρμάρωσε πίσω από την πόρτα
-Το άρμα έχει θωράκιση που δεν την περνάει τίποτα.
-Τι λες ρε μαλάκα ; το ξέρεις ρε το γκάτλιν; Είναι περιστρεφόμενο
-Πενηντάρι όχι κατοστάρι και ρίχνει αργά ρε και του γαμάει τη θωράκιση και όλα τα συστήματα.
-Βασιλιάς ήταν ρε μαλάκα. Και εξαφανίστηκε Όταν μπήκαν οι τούρκοι εξαφανίστηκε. Ψάχνανε να τον βρουν αλλά τίποτα. Όταν ανοίξουν την πόρτα θα εμφανιστεί. Και θα εμφανιστούν και τα ψάρια που είχε μαζί του. Αφού η μάνα μου θέλει να πάει στην Κωνσταντινούπολη ρε. Ιστορία ρε μαλάκα. Πατάς το χώμα και το νοιώθεις. Και τίποτα να μην κάνεις, την νοιώθεις την ιστορία να σου ρχεται μέσα σου.
-Ρε μαλάκα πηγαίναμε με το ελικόπτερο πάνω απ’ το νησί κι άνοιξε ρε , ο μαλάκας την πόρτα κι έβγαλε το κεφάλι του απέξω.
-Έχεις ρίξει με το πενηντάρι; Άλλο πράμα. Σχεδόν δεν το κρατάς. Και τις βλέπεις τις σφαίρες που φεύγουν , πω πω ρε πούστη μου.

Η παραπάνω συζήτηση δεν είναι φανταστική Είναι ένα μικρό μέρος μιας πραγματικής συζήτησης μεταξύ πιτσιρικάδων που ελάμβανε χώρα σε υπαίθριο καφέ πίσω από την πλάτη μου ένα Σάββατο μεσημέρι στο κέντρο της μικρής μας πόλης. Δυστυχώς δεν την κατέγραψα ολόκληρη. Τα περί πολυβόλων ελικοπτέρων κ.λ.π , θέλω να ελπίζω πως μάλλον είχαν να κάνουν με την εικονική πραγματικότητα κάποιου διαδικτυακού (;) παιγνιδιού.
Ελάτε τώρα να συζητήσουμε τα οικονομικά προβλήματα της σύγχρονης Ελλάδας , το εκπαιδευτικό ζήτημα, τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό μας και άλλα τέτοια αξιόλογα και υψιπετή.
Τα γράφω αυτά, με αφορμή την παρουσίαση ενός μεταμοντέρνου «τεχνικού σχολείου» στην Μεγάλη Βρετανία, του Studio School και των δυνατοτήτων που παρέχει στους μαθητές.
Ίσως οι πληροφορίες που δίνει ο παρουσιαστής για το συγκεκριμένο project να μην είναι αρκετές για να καταλάβω εγώ τουλάχιστον. Πάντως λιγάκι από τεχνικό λύκειο μου φαίνεται, επενδεδυμένο πιθανόν με ένα νεωτερικό ύφος και σίγουρα εντοπισμένο στις ανάγκες της αγοράς εργασίας.
Αν το πρόβλημα στην Ευρώπη τον εικοστό πρώτο αιώνα είναι η εκπαίδευση εργατών να το συζητήσουμε αλλά κάμποσα χρόνια πριν ο διαφωτισμός πρέσβευε άλλα. Η πνευματική, καλλιτεχνική, ιστορική κι επιστημονική κληρονομιά της ανθρωπότητας, που αποτελεί κατά τον Κοντορσέ το μέσο για την απομάκρυνση από τον σκοταδισμό και την καταπίεση, φυσικά δεν αφορά αυτά τα παιδιά, που θα αποκτήσουν κάποιες δεξιότητες αλλά επί της ουσίας θα μείνουν αμόρφωτα και άρα έρμαια στην εκμετάλλευση, για να μην μιλήσουμε για μοντέρνα δουλεία.

Όλα αυτά αποτελούν μέρος αυτού που ονομάζεται, λίγο περιφρονητικά, υψηλή κουλτούρα και όλο και περισσότερο θεωρείται άχρηστη.
Κι όμως, θα έπρεπε να προσπαθούμε να προσφέρουμε εκπαίδευση τέτοια που να φτιάχνει ανθρώπους που, «… να θέλουν να κοιτάξουν πάνω απ’ τον τοίχο» όπως πολύ σοφά αναφέρει ο παππούς Ουγκώ.