Πέμπτη 18 Αυγούστου 2016

ΟΚΝΗΡΗ ΔΙΑΘΕΣΗ





«Η άρνηση να βγούμε στις ανοιχτές θάλασσες και η οκνηρή διάθεση
να ντυθούμε το ρούχο της μάζας, να γίνουμε περίτριμμα του κονιορτού της
και υβρίδιο μέσα στον πολτό της, είναι το κυριότερο δείγμα αναξιότητας»

Παναγιώτης Φωτέας
[Από τον πρόλογο του στο βιβλίο του Ευάγγελου Λεμπέση :
« Η επαναστατική μάζα – Η τεράστια κοινωνική σημασία των βλακών εν τω συγχρόνω βίω»]





  Σε ποιον ανήκουν οι πλαγιές των βουνών αυτού του τόπου;  Σε ποιον ανήκουν ο τοίχος του λιμενοβραχίονα και οι τοίχοι των δημοσίων κτιρίων μιας πόλης; Αν δώσουμε απάντηση σε τέτοια ερωτήματα, θα μπορούμε να πούμε στη συνέχεια αν η κατάληψη τέτοιων χώρων από κάποιες συλλογικότητες είναι αποδεκτή η όχι. Ποιοι έχουν δικαίωμα ψήφου, για να εκφραστούν για την αισθητική που κυριαρχεί σε μια πόλη; Σε τούτη τη χώρα έχουμε χάσει άραγε την ικανότητα να διακρίνουμε  την διαφορά ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του πολίτη;
  Μια ομάδα ανθρώπων –ακόμη κι αν θεωρηθεί συλλογικότητα– δεν έχει το δικαίωμα να επιβάλει τη δική της αισθητική στον δημόσιο χώρο. Το χειρότερο δε, είναι όταν την επιβάλλει μέσω ενός συμβόλου, για το οποίο κανείς δεν μπορεί να δηλώσει αντίθετος. Είναι το παλιό κόλπο που χρησιμοποιούσαν στις δημόσιες υπηρεσίες και στον στρατό, πριν και κατά την διάρκεια της χούντας όταν διαφωνούσες σε κάτι. Η κλασσική ερώτηση – δήλωση: «Κουμμουνιστής είσαι ρε;» (sic)
  Η ελληνική σημαία είναι το σύμβολο του έθνους  (όλα τα κράτη έχουν από μια κι είναι περήφανα, το καθένα για την δική του) αλλά δεν έχει καμιά δουλειά να ’ναι σκαρφαλωμένη στην πλαγιά ενός βουνού, υπηρετώντας την αντίληψη κάποιων περί εθνικοφροσύνης. Μ‘ αυτή τη λογική, μια άλλη ομάδα θα φτιάξει ένα σταυρό και θα τον τοποθετήσει στην απέναντι κορυφή, κάποιος άλλος μπορεί να ζωγραφήσει σε γιγαντοπανώ τον Κολοκοτρώνη και πάει λέγοντας. Κάποιοι μπογιάτισαν τον λιμενοβραχίονα με τα σύμβολα της τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας κι αν ερωτηθούν φαντάζομαι ότι μπορεί να πιστεύουν πως εξωράισαν μάλιστα τη μονότονη λιθοδομή. Κουβέντα δεν ακούστηκε από τους υπεύθυνους, μάλιστα στην περίπτωση της σημαίας ειπώθηκε οτι δόθηκε και άδεια απ’ τον Δήμο. Μήπως φοβήθηκαν οι υπεύθυνοι, ότι εν εναντία περιπτώσει, θα εκατηγορούντο ως «κουμμουνιστές»; 
  Είναι γνωστό ότι σε δύσκολες εποχές η εθνική υπερηφάνεια είναι το «αντίδοτο» της ανεργίας, της φτώχειας και όλων των αντίστοιχων δεινών. Αρκετοί συμπολίτες μας φαντάζομαι θα θυμούνται στις πλαγιές των βουνών συνθήματα όπως «Ζήτω η ΕΛΛΑΣ», «Ζήτω η εθνική κυβέρνησις», πουλιά της χούντας κ.λπ.
  Η αισθητική μιας  περιοχής είναι δημόσια περιουσία και κανείς δεν μπορεί να την καταπατήσει η να επιβάλλει την δική του άποψη. Όσοι νιώθουν ιδιαίτερα περήφανοι για την πατρίδα μας (περισσότερο από μας τους υπόλοιπους) για την ποδοσφαιρική ομάδα της πόλης μας και για όποιο άλλο κοινό αγαθό, ας ψάξουν πιο πρακτικούς τρόπους να το ενισχύσουν. Στην περίπτωση της Ελλάδας ας ανοίξουν μια επιχείρηση ώστε να αυξηθεί το ΑΕΠ και να προσλάβουν και κάποιον άνεργο. Για το ποδόσφαιρο δεν ξέρω και δεν μπορώ να προτείνω κάτι.  


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελευθερία την Τετάρτη 17- 8 - 2016

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016

Reunion




Πήγα χθες σε μια συνάντηση συμμαθητών από το δημοτικό σχολείο. Μισό αιώνα μετά ξαναβρέθηκα, με ανθρώπους που είχα να τους δω από τότε, με άλλους που λόγω του ότι κατοικούμε στην μικρή μας πόλη, συνεχίζουμε να βλεπόμαστε, και το πιο ενδιαφέρον, με κάποιους με τους οποίους έχουμε βρεθεί στα social media, εδώ και λίγο καιρό.
Ξεκίνησα να πάω στην παραλιακή ταβέρνα όπου είχε δοθεί το ραντεβού με ανάμεικτα συναισθήματα. Τι θέλουμε τώρα ; Τι ψάχνουμε να βρούμε; Τι έχουμε να πούμε με ανθρώπους από τους οποίους έχουμε απομακρυνθεί 50 χρόνια; Κι απ’ την άλλη, με μια ενδόμυχη περιέργεια για αυτούς με τους οποίους ζήσαμε κάποια σημαδιακά χρόνια σε δύσκολες εποχές· περιέργεια για το που βρίσκονται, τι κάνουν τώρα και πως έχουν πορευτεί όλα αυτά τα χρόνια. Πιστεύω ότι σε τέτοιες συναντήσεις δεν αποφεύγεις την υποσυνείδητη απόπειρα συγκρίσεων. «Αυτός πέτυχε στη ζωή του. Αυτουνού τα παιδιά πρόκοψαν. Ο άλλος για να μην μιλάει για τη δουλειά του κάτι θέλει να κρύψει (την αποτυχημένη του πορεία ίσως;) Η δική μου πορεία ήταν καλύτερη η χειρότερη απ’ αυτές των υπολοίπων; Θα μπορούσαμε να έχουμε τραβήξει άλλο δρόμο και τώρα που μιλάμε, ίσως μετανιώνουμε για τις ευκαιρίες που χάθηκαν;»
Ξεκινήσαμε όλοι απ’ την ίδια αφετηρία; Μάλλον όχι. Τότε δεν το ξέραμε. Είχαμε τους ίδιους δασκάλους, αλλά έφτανε αυτό; Οι εικόνες που προσλαμβάναμε απ’ το περιβάλλον μας, είχαν την ίδια επιρροή πάνω μας; Μάλλον αποτελούσαμε αντιπροσωπευτικό δείγμα μιας γενιάς που προερχόταν από χαμηλά έως μεσαία οικονομικά κοινωνικά στρώματα (γονείς υπάλληλοι, μικροεπαγγελματίες κ.λπ.) μιας μικρής επαρχιακής πόλης ισχυρά συντηρητικής και οπισθοδρομικής. Τελειώναμε το σχολείο μέσα τη χούντα, με ένα κλίμα φόβου (σίγουρα όχι για όλους) και παράλογης αυστηρότητας εκπορευομένης από δάσκαλους περίπου βασανιστές και παπάδες που κράδαιναν ρομφαίες. Ξεφύγαμε απ’ αυτό το πλαίσιο; Πήγαμε παραπέρα; Δώσαμε στην επόμενη γενιά αυτά που ίσως δεν πήραμε απ’ την προηγουμένη; Δεν ξέρω  τις απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα. Σίγουρα ξεφύγαμε μεγαλώνοντας και φεύγοντας για σπουδές η άλλες ασχολίες, διότι μας δόθηκε η δυνατότητα να γνωρίσουμε κι έναν κόσμο πέρα απ’ τα ασφυκτικά τείχη της επαρχίας. Είναι μάλλον λάθος όμως η προσπάθεια ομαδοποίησης τώρα, τόσα χρόνια μετά, ανθρώπων με διαφορετικές πορείες ζωής.
Αυτό που έχει σημασία είναι ότι τα ανάμεικτα συναισθήματα έδωσαν τη θέση τους σε χαρούμενη κι ανάλαφρη διάθεση. Η συνάντηση, προσωπικά τουλάχιστον, μου προσέφερε την αίσθηση της χαράς, του να  ξαναβρίσκεις φίλους που είναι καλά, που συνεχίζουν να υπάρχουν και να προσπαθούν. Κι έφερε στην επιφάνεια αναμνήσεις από την εποχή της αθωότητας που έχει μεν περάσει ανεπιστρεπτί, έχει όμως, θέλω να πιστεύω, αφήσει το αποτύπωμα της σε όλους μας. 

Κυριακή 22 Μαΐου 2016

Συνέντευξη στην Πρέσσα



Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ συστήνει τον ‘’ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΑΝΤΙΛΟΓΟ’’ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ… μιλά για την ‘’ομάδα’’ τους και την δράση της, στην Μαίρη Γεωργιοπούλου.

See more at:  http://stinpressa.blogspot.gr/2016/05/blog-post_19.html#more

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

Ανάμεσα στην ύπαρξη και την μη ύπαρξη


Ο χοντρός δίπλα πιάνει δυο θέσεις στο μεταλλικό καναπέ και δεν χωράει άλλος.  Περνά η νοσοκόμα της βραχείας. Την ρωτά.  Κάνα νέο; Τίποτα ε… συμπεραίνει απ’ την μη απάντηση της.
-Συγγνώμη κύριοι χρειάζομαι 90 λεπτά για να συμπληρώσω να πάρω  φάρμακα για την ψυχολογία. Τώρα βγήκα απ’ την ψυχιατρική.
- Δεν έχω ρε φίλε. Τι να σου πω. Άνεργος είμαι κι εγώ, κάνε μια βόλτα από κει μήπως βρεις κανέναν.
Η τηλεόραση παίζει αδιαφορώντας για τον ανθρώπινο πόνο.  Ένα τρέιλερ γράφει κάτι για το νέο ένφια.
-Αφροδίτη κάνα νέο; Επιμένει ο χοντρός. Αυτή τη φορά απαντά η νοσοκόμα.
-Δεν έχουμε νέο.
-Σε καμιά ώρα ε;
-Δεν σου πα εγώ;  Αυτοί φεύγουνε στις δύο.
-Ο αιματοκρίτης του είναι καλός. Για να δω την ακτινογραφία. Να του κόψουμε το αντιυπερτασικό. Κατουράει καλά;
-Τι γιατροί είναι αυτοί; Ορθοπεδικοί;
- Όχι, παθολόγοι.
-Ααα…
-Ζαλίζεσαι όταν σηκώνεσαι;
-Πάρτου την πίεση. Πονάς πολύ;
-Ποναω. Δεν μπορώ ν’ ανοίξω το στόμα μου, περιμένω  δω χάμου απ’ το πρωί. Με είδε ο χειρούργος νωρίτερα. Με ξεσκόνισε. Μου πε θα κάτσεις μέσα. Μου ‘κανε εξετάσεις, αίμα ούρα.
- Έκανες ακτίνες;
-Έκανα αξονική. Δεν είναι τίποτα. Τα νεύρα είναι. Με το κοπάνημα με τίναξε. Μου δώσανε ένα λονα, πως το λένε,  λοναρίντ.  Δεν είναι τίποτα. Φχαριστώ φίλε.
-Καρδιολογική πάω. Ο γιατρός δεν μπήκε μέσα. Απ’ την πόρτα μου μίλαγε.  Θα βγούμε το μεσημέρι.
- Συγγνώμη να περάσω.
-Δεν πιστεύω να σου γύρισε τα μυαλά η μάνα σου και να νομίζεις ότι θα πάρει τ’ όνομα του πατέρα σου.  Τώρα σε θυμηθήκανε.  Ρε τι άνθρωποι είναι.  Ρε το ψέμα  έχει γεννηθεί για δαύτους. Το ξανασκέφτηκες αυτό που σου πα;  Εγώ, άμα βγούμε από δω μέσα, θα πάω να κλείσω  ταβέρνα κι ας έρθει όποιος θέλει. Τους είπες ποιος θα το βαφτίσει;
- Πιστεύω να μην κολλήσουμε τίποτα εδώ μέσα.
-Εγώ σου πα να μην έρθεις.

Δημοσιεύτηκε stinpressa.blogspot.gr  στις 20 - 3 -2016

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Εμένα θα μου πεις;

Εμένα θα μου πεις για φτώχεια; Εγώ την φτώχεια την ξέρω καλύτερα απ’ όλους.  Εγώ θα σου πω τι πα να πει φτώχεια.
Οι λέξεις, σφαίρες πολυβόλου, έπεφταν πάνω στη γυφτισσούλα που τσουλώντας ένα καρότσι και κρατώντας απ’ το χέρι ένα μικρό ξυπόλητο με τη μύξα να τρέχει απ’ το ένα ρουθούνι, άκουγε σωπαίνοντας το δίδαγμα. Ποιος ξέρει τι είχε τολμήσει να πει, ζητώντας ελεημοσύνη από την αντρογυναίκα, που με φορτωμένο το παπί σακούλες απ’ την λαϊκή, έκλεινε την αυλόπορτα που οδηγούσε στον κήπο της κι ετοιμαζόταν να φύγει. Μα αφού έβαλε τα πράματα στη θέση τους, ήρθε η ώρα να δείξει τη μεγαλοσύνη της.  Ξαναμπήκε στην αυλή, μάζεψε κανα δυό  λεμόνια πεσμένα στο χώμα·  μην πάνε χαμένα, για την γύφτισα καλά είναι,  έκοψε και άλλα δυο από το δέντρο και γύρισε να της τα δώσει, έχοντας την αίσθηση ότι εκτέλεσε την καλή της πράξη του Σαββατοκύριακου κι ο παράδεισος την περιμένει.
Αν της έλεγε κάποιος ότι ο ικέτης είναι ιερό πρόσωπο, πιθανόν να μην καταλάβαινε λόγω αδυναμίας να μεταφράσει τη λέξη ικέτης στα δικά της ελληνικά των διακοσίων λέξεων.
Θυμήθηκα που μου ‘λεγε η μάνα μου για κείνο το σκληρό χειμώνα του 42 που η πείνα έφτασε στο απροχώρητο κι αναζητούσαν οτιδήποτε μπορούσε να φαγωθεί. Και πήγαιναν παρακαλώντας για λίγες λαχανίδες  στα περβόλια (οι Καλαματιανοί ξέρουν που ήταν και ακόμα παραμένει το όνομα για την περιοχή). Αν δεν έπεφταν πάνω τους τα σκυλιά που άφηναν ελεύθερα οι μπαξεβάνηδες, στην καλύτερη περίπτωση ένα μάτσο φύλλα πεσμένα στο χώμα ήταν το αποτέλεσμα.
Δεν έχουν αλλάξει και πολλά έκτοτε.

Δημοσιεύτηκε στο:    stinpressa.blogspot.gr  στις 8-3-2016

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Μια ακόμα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση


Μια ακόμα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση

                   «Pluralitas non est ponenda sine necessitate ¬
(William of Occam)



Μια συνολική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είναι λογικό να ξεκινήσει από το δημοτικό, να συνεχίσει με την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και στη συνέχεια το πανεπιστήμιο. Προφανώς μπορούν να γίνουν αλλαγές παράλληλα σ’ όλα τα επίπεδα, αρκεί να μην εμποδίζουν την ομαλή εξέλιξη της μετάδοσης γνώσης, δημιουργώντας χάσμα ανάμεσα στις βαθμίδες εκπαίδευσης.
Το σημείωμα αυτό είναι μια προσπάθεια για μια αναφορά στο σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια και ΤΕΙ. Αυτό είναι ένα τμήμα της ελληνικής εκπαιδευτικής πραγματικότητας, που το γνωρίζω αρκετά καλά, επειδή του έχω  αφιερώσει 30 χρόνια επαγγελματικής ενασχόλησης.
Ζήσαμε το σύστημα των δεσμών, μέχρι την μεταρρύθμιση Αρσένη που άλλαξε εκ βάθρων το λύκειο και κατ’ επέκταση τις εξετάσεις εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Οι δέσμες είχαν προβλήματα, τα οποία προσπεράστηκαν ριζικά  και φανταζόμασταν αμετάκλητα. Ως παράδειγμα μπορώ ν’ αναφέρω το γεγονός ότι όποιος επέλεγε να ακολουθήσει την  2η δέσμη,  δηλαδή τις ιατρικές σχολές και τα αντίστοιχα ΤΕΙ ήταν χαμένος αν δεν έγραφε και στα 4 μαθήματα άριστα. Παιδιά με 17αρια έμεναν απέξω, πολλοί κατέφευγαν στο εξωτερικό, αρκετοί ξανάδιναν κρατώντας τους καλούς τους βαθμούς (το επέτρεπε το σύστημα) αλλά χωρίς κανένα εχέγγυο ότι θα τα καταφέρουν κ.λ.π. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα άφηνε εκτός καλά μυαλά, διότι δεν είχε σχεδιαστεί σωστά.
Με την μεταρρύθμιση Αρσένη λύθηκαν αυτά τα προβλήματα. Οι μαθητές μπορούσαν να επιλέξουν περίπου όποια σχολή ήθελαν και με καλή βαθμολογία μπορούσαν να εισαχθούν σε καλές σχολές, όχι βέβαια πάντα στις πρώτες τους  προτιμήσεις,  χωρίς να φταίει το εξεταστικό γι’ αυτό.
Το σύστημα όμως είχε ένα βασικό μειονέκτημα. «Κλειστές» εξετάσεις σε 13 μαθήματα. Για να γίνεις μηχανολόγος μηχανικός, έπρεπε να γράψεις καλά και στα  θρησκευτικά, στην  αγωγή του πολίτη κ.λ.π. Η λογική  ήταν να χρησιμεύει ο βαθμός των δυο τελευταίων τάξεων του Λυκείου για να κρίνεται το επίπεδο των υποψηφίων. Έτσι κι ενώ είχαν αρχίσει να κοπάζουν οι αντιδράσεις και αν όχι να γίνεται αποδεκτό, τουλάχιστον να το υπομένουν, άρχισε τελείως λαϊκίστικα από τους επόμενους υπουργούς (Ευθύμιου, Γιαννάκου κλπ) το ξήλωμα.  Τα 13 μαθήματα έγιναν 9 και στη συνέχεια 6.  Ο βαθμός της Β’ Λυκείου «μέτραγε»  μόνο αν ήταν καλύτερος απ’ αυτόν της Γ’ Λυκείου, για να εξοβελιστεί στη συνέχεια τελείως. Κανείς δεν σχολίασε βέβαια το ότι στα πολλά μαθήματα, η επιρροή καθενός είναι μικρή, άρα ένας ή ακόμα και δυο κακοί βαθμοί κάνουν λιγότερη ζημιά  στο σύνολο, ενώ στα 6 μαθήματα και πόσο μάλλον τώρα στα 4 ένα μέτριο γραπτό σε αποκλείει από υψηλούς στόχους.
Από το πόστο αυτό πέρασαν επίσης ο Σπηλιωτόπουλος, η Διαμαντοπούλου και βέβαια  είχαμε ακόμη τον Αρβανιτόπουλο με ένα τρομακτικά περίπλοκο σύστημα που αναμόρφωνε όλο το Λύκειο και τον Λοβέρδο που ήθελε κι αυτός ν’ αφήσει την σφραγίδα του στο εξεταστικό (τι μανία κι αυτή) αλλά δεν πρόφτασε. Ανέλαβε κυριολεκτικά ένας Μπαλτάς να δημιουργήσει ένα κομφούζιο ανασκευάζοντας την εκδοχή Αρβανιτόπουλου . Ένα σύστημα που επανέφερε τις δέσμες καναλιζάροντας τους υποψήφιους σε πεδία προσανατολισμού, με 4 μαθήματα σε κάθε πεδίο κι ένα πολύπλοκο τρόπο υπολογισμού της βαθμολογίας. Συμπληρώθηκε δε πρόσφατα, διότι πρέπει να το δούμε ως μισοτελειωμένο εργόχειρο-κουρελού  όπου ο καθείς βάζει και κάποιες βελονιές, με την εξαίρεση του προφορικού βαθμού. Πλέον θα μετρά μόνο ο γραπτός. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι όσο προχωρούσε το ξήλωμα της μεταρρύθμισης Αρσένη ολ’ αυτά τα χρόνια, τόσο πιο πολύπλοκος γινόταν ο τρόπος υπολογισμού των μορίων εισαγωγής των υποψηφίων. Η τελευταία περίπτωση (Αρβανιτόπουλου)  είχε έναν αλγόριθμο τέτοιο, που σχεδόν  μόνο μέσω υπολογιστή θα μπορούσε βρεθεί η βαθμολογία του υποψηφίου.
Όλη αυτή η ιστορία του πολύπαθου (στα όρια του γελοίου) εξεταστικού συστήματος έχει σημασία διότι ανακοινώθηκε νέος Εθνικός  Διάλογος για το εκπαιδευτικό και θα τροποποιηθεί προφανώς και το εξεταστικό.
Δεν είναι σκοπός αυτού του σημειώματος να ασχοληθεί με το υπαρξιακό ζήτημα της εκπαίδευσης στην Ελλάδα.  Δεν είναι της παρούσης να αναρωτηθούμε τι είδους σχολεία έχουμε και σε τι σχολεία θέλουμε να πάμε. Μπορούμε να συζητήσουμε για το πόσο δημοκρατικό είναι το εκπαιδευτικό σύστημα σήμερα και για το αν πρέπει να ρίξουμε απ’ το βάθρο της την αυθεντία του διδάσκοντος.  Μπορούμε να ανοίξουμε έναν ανερμάτιστο διάλογο για το αν κάθε βαθμίδα εκπαίδευσης πρέπει να είναι αυτόνομη ή πρέπει να αποτελεί σκαλοπάτι για την επόμενη κ.λπ.  Θεωρώ όμως  ότι είναι θέματα που μπορούν να πάρουν απαντήσεις αφού πρώτα λύσουμε βασικές δομικές αδυναμίες που όχι μόνο υπάρχουν, αλλά αποδυναμώνουν οποιαδήποτε προσπάθεια.
Μια τέτοια είναι η πρόσβαση απ’ το Λύκειο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Πρώτα απ’ όλα θα αποδεχτούμε ως κοινωνία ότι όσο πιο πολλοί απόφοιτοι Λυκείου θέλουν να σπουδάσουν σε πανεπιστήμια και ΤΕΙ τόσο το καλύτερο.
Απ’ την άλλη, οι θέσεις στις σχολές είναι περιορισμένες και το επίπεδο μόρφωσης των υποψηφίων πρέπει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των σχολών που επιθυμούν. Έτσι οι κάποιου είδους εξετάσεις εισαγωγής είναι εκ των ων ουκ άνευ. Να τελειώσει πια αυτό το παραμύθι απ’ όλους όσοι επιδιώκοντας την εξουσία, τάζουν την κατάργηση των εξετάσεων (για να το ξεχάσουν βέβαια αμέσως μετά)
Μπορούμε να πάμε σε ένα απλό σύστημα εισαγωγής ανοιχτό, κατανοητό και χωρίς περιορισμούς. Χωρίς να μπω σε λεπτομέρειες τις οποίες μπορούμε να συζητήσουμε στην συνέχεια, η εισαγωγή των υποψηφίων πρέπει να γίνεται ακολουθώντας τους πιο κάτω βασικούς κανόνες.
1) Κατάργηση σε κατευθύνσεις, επιστημονικά πεδία, ομάδες προσανατολισμού ή όποιες άλλες κατηγοριοποιήσεις σχολών.
2) Το μάθημα της ελληνικής γλώσσας είναι  απαραίτητο σε κάθε περίπτωση.
3) Οι σχόλες καθορίζουν σε ποια ακόμα  3 μαθήματα πρέπει να εξεταστούν οι μαθητές για να έχουν δικαίωμα εισαγωγής σ’ αυτές.  Οι ομοειδείς σχολές έχουν υποχρέωση   να καθορίσουν τα ίδια μαθήματα.
4) Δεν υπάρχουν μαθήματα με συντελεστές βαρύτητας.
5) Ο κάθε υποψήφιος μπορεί να ζητήσει να εξεταστεί σε όσα μαθήματα θέλει προκειμένου να έχει πρόσβαση σε διαφορετικές σχολές.
6) Η βαθμολογία του υποψηφίου είναι ένας απλός μέσος ορος των γραπτών στα  4 μαθήματα που υπολογίζει κάθε φορά, για την σχολή που τον ενδιαφέρει.

Θα δώσω ένα παράδειγμα.  Έστω ότι τα Πολυτεχνεία έχουν καθορίσει ως απαιτούμενα μαθήματα τα Μαθηματικά την Φυσική και την Χημεία, οι Οικονομικές σχολές τα Μαθηματικά την Οικονομία και τον Προγραμματισμό και οι Παιδαγωγικές σχολές τα Μαθηματικά την Φυσική και την Ιστορία. Το σύστημα πρέπει να δίνει την δυνατότητα αν κάποιος το επιθυμεί, να εξεταστεί σε Έκθεση (πάντα), Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία, Οικονομία, Προγραμματισμό και Ιστορία. Έτσι αποκτά  δικαίωμα επιλογής σε όποια σχολή θέλει. Ένας άλλος μπορεί να διαλέξει ένα μικρότερο αριθμό μαθημάτων οπότε στοχεύει και σε περιορισμένο αριθμό σχολών. Σε μια άλλη εκδοχή μάλλον απίθανη βέβαια έστω ότι κάποιος θέλει να μπορεί να διεκδικήσει ταυτόχρονα θέση σε μια Νομική η σε μια Ιατρική σχολή αν έχει διαβάσει παράλληλα Αρχαία, Λατινικά, Χημεία και Βιολογία. Πρέπει το σύστημα να του δίνει αυτή την δυνατότητα.
Ας φύγουμε από τα πολύπλοκα συστήματα. Δεν προσέφεραν τίποτα. Οι πανεπιστημιακοί διαμαρτύρονται για το επίπεδο των πρωτοετών. Υπάρχουν άνθρωποι που εισάγονται σε σχολές με πολλά μαθήματα Χημείας (Γεωπονικές, Μηχανικοί περιβάλλοντος κ.λ.π.) και έχουν να δουν βιβλίο Χημείας απ’ τη Α΄ Λυκείου.  Μαθητές θετικής κατεύθυνσης πηγαίνουν σε σχολές πληροφορικής  χωρίς ιδέα περί προγραμματισμού. Πώς να παρακολουθήσουν;
Το μοντέλο που περιέγραψα είναι ένα κατ’ αρχήν σχήμα και δεν διεκδικεί το αλάθητο. Ίσως υπάρχει κάποιο καλύτερο απ’ αυτό. Αποκλείεται όμως να είναι καλύτερο και πιο πολύπλοκο.

¬ Η φράση είναι γνωστή σαν Ξυράφι του Οccam (αποδίδεται στον φραγκισκανό μοναχό του14ου αιώνα, Γουλιέλμο του Όκαμ ) και στην ελληνική μετάφραση της είναι: «Οι πολυπλοκότητες δεν πρέπει να αυξάνονται χωρίς λόγο» ή σε ελεύθερη απόδοση: «Όταν έχεις δύο ανταγωνιστικές θεωρίες που κάνουν ακριβώς τις ίδιες προβλέψεις, η απλούστερη είναι η καλύτερη»

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Ελευθερία" στις 13 Ιανουαρίου 2016

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

Οι ρυτίδες του Νέου Λυκείου

«Η ορθοφροσύνη είναι στον κόσμο το πράμα το καλυτέρα μοιρασμένο,
γιατί ο καθένας βρίσκει πως είναι τόσο καλά εφοδιασμένος με ορθοφροσύνη,
ώστε κι εκείνοι ακόμα που ικανοποιούνται δυσκολότατα σε κάθε άλλο πράμα,
δεν έχουν τη συνήθεια να ποθούν περισσότερη απ’ όση έχουν»
René Descartes


Ας κάνουμε μια γρήγορη ανασκόπηση του εκπαιδευτικού συστήματος κοιτώντας αποκλειστικά την διαδικασία εισαγωγής στης τριτοβάθμια εκπαίδευση.  Ξεκινώντας απ’ τις Δέσμες που κράτησαν αρκετά χρόνια, είχαμε εξετάσεις σε 4 μαθήματα, με αρκετά μεγάλη εξεταστέα υλη και συνήθως δύσκολα θέματα. Το κυρίαρχο όμως σημείο του συστήματος ήταν ο διαχωρισμός των παιδιών με βάση τις επιδιώξεις τους. Έτσι η επιλογή μιας δέσμης απέκλειε την εισαγωγή σε σχολές άλλων δεσμών.
Οι υποψήφιοι συμπλήρωναν το μηχανογραφικό δελτίο πριν απ’ τις βαθμολογικές επιδόσεις τους,  άρα φτάναμε στο σημείο να υπάρχουν μαθητές που  πίστευαν ότι είναι πιθανό να περάσουν σε μια απ’ τις πρώτες προτιμήσεις τους και τελικά να μένουν απ’ έξω. Μάλιστα οι δευτεροδεσμίτες που κατευθύνονταν προς τις ιατρικές σχολές, όπου ο ανταγωνισμός ήταν σκληρός, έφταναν στο σημείο να μην εισάγονται πουθενά ακόμα κι αν είχαν συμπληρώσει βαθμό 17, η και 18 (με άριστα το 20)  Είχαμε δηλαδή το φαινόμενο να πετάμε έξω απ’ τα ελληνικά πανεπιστήμια πολύ καλά μυαλά. Φυσικά όσα παιδιά είχαν την οικονομική δυνατότητα στρέφονταν κατευθείαν σε σχολές του εξωτερικού. Οι υπόλοιποι ξανάδιναν εξετάσεις με εκείνη την ανεκδιήγητη ρύθμιση, με βάση την οποία είχαν δικαίωμα να κρατούν την βαθμολογία σε όσα μαθήματα είχαν γράψει καλά και να ξαναπροσπαθούν για τα υπόλοιπα. Συναγωνιζόντουσαν έτσι  αυτούς που έδιναν για πρώτη φορά όχι βέβαια επί ίσοις όροις  μ’ αποτέλεσμα να λέγεται ευρέως ότι αν θες να μπεις σε μια σοβαρή σχολή, πρέπει να το προγραμματίσεις για τουλάχιστον δυο χρονιές και άλλα τέτοια τραγελαφικά.  Τιμωρούσαμε λοιπόν πολύ σκληρά έναν υποψήφιο ο οποίος στα 17 του είχε το όνειρο να γίνει γιατρός. Σε μεγάλο ποσοστό μπορεί οι ιατρικές σχολές να είχαν και συνεχίζουν να έχουν μια αίγλη, αλλά ελάχιστα ήταν τα παιδιά που με παρωπίδες «έβλεπαν» μόνο αυτές και απέκλειαν άλλα ενδεχόμενα. Τους απέκλειε όμως τις πράγμασι το σύστημα.
Ήρθε λοιπόν η μεταρρύθμιση Αρσένη κι άλλαξε άρδην το τοπίο. Πέρα από το γεγονός ότι μετέτρεψε το σύνολο των εξετάσεων της Γ΄ Λυκείου σε εισαγωγικές (13 μαθήματα… ) έφερε κάποιες καινοτομίες που είναι απαραίτητες και γι αυτό δεν έχουν ανατραπεί απ’ όλους τους μετέπειτα υπουργούς Παιδείας, οι οποίοι μη μπορώντας να προτείνουν κάτι αξιόλογο δικό τους, απλώς πετσόκοβαν επί χρόνια  το σύστημα Αρσένη. Δεν πείραξαν όμως το ότι το μηχανογραφικό συμπληρώνεται μετά την ανακοίνωση των βαθμολογιών,  άρα ο καθένας έχει μια εικόνα των δυνατοτήτων του. Επίσης παραμένει η διόρθωση του προφορικού βαθμού σε σχέση με τον γραπτό, διότι δεν μπορεί το Υπουργείο να εμπιστευτεί τους καθηγητές του για αμεροληψία (κάτι που έχουν δεχτεί αδιαμαρτύρητα χρόνια τώρα) Μέχρι τις ανακοινώσεις για το Νέο Λύκειο δεν είχε καν αλλάξει ο αλγόριθμος υπολογισμού του Βαθμού Πρόσβασης, απλώς λιγόστευαν τα μαθήματα που χρειάζονταν για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Οι σαφώς λαϊκίστικου χαρακτήρα καινοτομίες των μετά Αρσένη υπουργών ήταν να κάνουν τα μαθήματα  9 από 13 και εν τελει  6 και να καταργήσουν τις εξετάσεις της Β’ Λυκείου.  Κανείς βέβαια δεν ασχολήθηκε με το γεγονός ότι  τα 6 μαθήματα κάνουν πιο δύσκολα τα πράγματα απ’ ότι τα 9,  διότι ο βαθμός ενός  μαθήματος είναι το 16% του συνόλου, ενώ πριν το κάθε μάθημα αποτελούσε χοντρικά το 11% του συνόλου. Είναι αυτονόητο ότι με τα πιο πολλά μαθήματα η αποτυχία σε ένα η δυο εξετάσεις δεν δημιουργεί τετελεσμένο όπως δημιουργεί κάτι αντίστοιχο  σήμερα με τα 6 μαθήματα (και θα γίνει πολύ εντονότερο με τα 4 που έρχονται)
Επίσης κανείς δεν κατάλαβε γιατί έπρεπε να καταργηθούν οι εξετάσεις στην Β΄ λυκείου, ειδικά μάλιστα μετά από την ρύθμιση ότι ο βαθμός τους θα έπαιζε ρόλο κατά ένα ποσοστό,  μόνο αν ήταν υψηλότερος απ’ αυτόν της Γ΄ λυκείου.
Είναι δεδομένο πως πληρώνουμε μια λαϊκίστικη μανία που έχει εκτραφεί και από τα ΜΜΕ, περί λίγης ύλης,  λίγων μαθημάτων και δημιουργίας όλο και περισσότερου ελεύθερου χρόνου για τα παιδιά. Η τελευταία σπασμωδική ρύθμιση με την επανεισαγωγη της πληροφορικής η οποία δεν γνωρίζουμε ακόμα πως θα γίνει και σε ποιες σχολές θα επικρατήσει σε βάρος της Χημείας, δείχνει το πολύ απλό. Ότι δηλαδή, 4 μαθήματα στις εισαγωγικές εξετάσεις είναι λίγα.  Δεν είναι αρκετά για να κρίνουν τις ικανότητες (δεξιότητες) των υποψηφίων σε σχέση με τα επιστημονικά αντικείμενα προς τα οποία κατευθύνονται. Υπάρχει ένα αντικειμενικό πρόβλημα που συνεχίζουν να αγνοούν επιδεικτικά οι αρμόδιοι. Όταν έχουν απ’ τα πράγματα και λόγω εξέλιξης δημιουργηθεί τόσοι πολλοί διαφορετικοί επιστημονικοί τομείς, δεν μπορείς να συνεχίζεις με 4 μαθηματάκια να κρίνεις τους ανθρώπους που θα ασχοληθούν μ’ αυτά.
Δυστυχώς όμως  όποιος αποτολμήσει να αναφέρει κάτι τέτοιο είναι αυτόματα καταδικαστέος διότι θα κατηγορηθεί ότι θέλει να προσθέσει φορτίο στα ήδη κουρασμένα νιάτα της πατρίδας μας.
Αποδεχόμαστε με ευκολία όμως να τα αναγκάσουμε  να επιλέξουν απ’ τα 17 τους, διαδρομή σπουδών με αποκλεισμούς. Με απλά λόγια αυτός που θα επιλέξει Πληροφορική δεν θα ’χει δικαίωμα να μπει σε μια σειρά από σχολές που έχουν σχέση με την Χημεία όπως Χημικοί Μηχανικοί, Μηχανικοί Περιβάλλοντος, Γεωπόνοι, κ.λ.π. και φυσικά και αντίστροφα τα παιδιά που θα επιλέξουν Χημεία, αποκλείονται από μια σειρά σχολών. Φυσικά οι ανεγκέφαλοι εμπνευστές όλου αυτού του συνονθυλεύματος δεν σκέφτηκαν τι θα γίνει με σχολές που χρειάζονται και τα δυο.
Αυτή είναι ίσως και μια από τις κυριότερες οπισθοδρομήσεις του λεγόμενου Νέου Λυκείου. Το γεγονός δηλαδή ότι καταργεί την δυνατότητα που έδινε ο νόμος 2525/97 περί επιλογής σχολών και επαναφέρει την λογική των Δεσμών με τα στεγανά και το καναλιζάρισμα των υποψηφίων σε στρούγκες.
Είναι γνωστό εκ των προτέρων τι θα συμβεί, διότι πρόκειται για επανάληψη φαινομένου. Τα παιδιά θα αποφύγουν κατευθύνσεις «δύσκολες» και θα οδηγηθούν σωρηδόν στα υποθετικά εύκολα λειτουργώντας στην παλιά λογική της 4ης Δέσμης που μάζευε πέρα απ’ αυτούς που πραγματικά ήθελαν οικονομικές σχολές κι όλους τους «καταφρονεμένους», που δια της εις άτοπον απαγωγής κατέληγαν εκεί, προκειμένου να πάρουν το απολυτήριο του Λυκείου και ταυτόχρονα να δοκιμάσουν και την τύχη τους στις εξετάσεις.
Το υπουργείο Παιδείας έφερε μέσα στον νόμο για το Νέο Λύκειο ένα σύστημα εισαγωγής με ομάδες προσανατολισμού και επιστημονικά πεδία στημένο κυριολεκτικά στο γόνατο  και τώρα στο παρά πέντε προσπαθούν να μπαλώσουν τα προβλήματα που ανακύπτουν. Ανακαλύπτουν τώρα ότι δεν είναι δυνατό να λειτουργήσει ο αυστηρός διαχωρισμός που είχαν αρχικά θέσει και έχει ξεκινήσει  ένα ράβε ξήλωνε σχολών κι επιστημονικών πεδίων. Οι στρατιωτικές σχολές δεν μπορούν ν’ αποτελέσουν ένα ξεχωριστό πεδίο όπως είχαν αρχικά αφήσει να εννοηθεί,  άρα πρέπει να ενταθούν στα προβλεπόμενα.  Για να αποφύγουν  το αδιέξοδο που δημιουργούν τα 5 επιστημονικά πεδία, αποφάσισαν να εντάξουν κάποιες σχολές σε παραπάνω από ένα επιστημονικά πεδία.  Πρόκειται για λύσεις ανάγκης που δεν είναι σίγουρο ότι δεν θα γεννήσουν νέες δυσαρμονίες και αδιέξοδα.
Απ’ την άλλη πλευρά κανείς δεν εξηγεί  λογικά το γιατί απαγορεύεται μέσω του συστήματος σε ένα μαθητή ο όποιος έχει αρκετές προτιμήσεις, να δοκιμάσει την τύχη του σε παραπάνω από μια κατευθύνσεις επιλέγοντας να εξεταστεί ίσως και σε περισσότερα μαθήματα.
Η μόνη διέξοδος έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση εφόσον δεν υπάρχει θέμα αναμόρφωσης συνολικά του συστήματος  είναι η τροποποίηση του νόμου που ρυθμίζει τα των εισαγωγικών εξετάσεων σ’ αυτό το σημείο. Οι τελειόφοιτοι του Λυκείου και άρα υποψήφιοι θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να δώσουν εξετάσεις σε όσα μαθήματα θέλουν.  Τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ θα είναι υποχρεωμένα να καθορίσουν ποια μαθήματα θεωρούν ως προαπαιτούμενα και με ποιον συντελεστή βαρύτητας. Έτσι κάποιος που θα ήθελε Ιατρικές σχολές αλλά δεν θα του κακοφαινόταν και μια θέση στο Πολυτεχνείο θα πρέπει απλώς να ξέρει από νωρίς ότι θα εξεταστεί σε όλα τα μαθήματα που απαιτούν αυτές οι σχολές.
Με τις διατάξεις που ισχύουν για το Νέο Λύκειο, επαναφέρουμε αγκυλώσεις και περιορισμούς που ίσχυαν αρκετά χρόνια πριν και όλοι πιστεύαμε ότι έχουμε αφήσει οριστικά πίσω μας.
Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν έχουμε το δικαίωμα σαν κοινωνία να στερήσουμε από τους νέους ανθρώπους την ελεύθερη επιλογή της διαδρομής τους στη ζωή και στις σπουδές που θέλουν να κάνουν. Αρκετά τους έχουμε στερήσει με το ζοφερό μέλλον που τους επιφυλάξαμε. 


Δημοσιεύτηκε στο www.kalamatajournal.gr την Τρίτη 25-11-2014


Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΠΑΡΑΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΝΤΑ

Οι εισηγήσεις, την Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου, σχετικά με την εκπαίδευση ήταν ένας πολύ σοβαρός λόγος για να παρακολουθήσει κάποιος την ημερίδα που διοργανώθηκε από το Ποτάμι, στο ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Ενδιαφέρουσες απόψεις και διαπιστώσεις από ανθρώπους όπως ο καθηγητής Σταμάτης Κριμιζής, ο Αχιλλέας Γραβάνης, ο Άγγελος Δεληβοριάς και πολλοί άλλοι εξίσου σημαντικοί τον τομέα τους,  δεν είναι εύκολο να τις συναντήσεις καθημερινά.
Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που μπόρεσα να παρακολουθήσω το μεγαλύτερο μέρος της ημερίδας.

Όμως δεν γλυτώσαμε. Ο εύκολος λαϊκίστικος λόγος τελικά παρεισφρέει παντού. Τι θέλουν ν’ ακούσουν οι νεοέλληνες για το κακό το ριζικό μας ; Θα τους το πούμε. Κατά τον κύριο Τάσο Αποστολίδη μαθηματικό, ιδιωτικό εκπαιδευτικό και αντιπρόεδρο της Αμερικάνικης Γεωργικής Σχολής, τα κάθε είδους φροντιστήρια κατά κύριο λόγο (και οι ιδιαιτεράδες βεβαίως) αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα δεινά της ελληνικής εκπαιδευτικής πραγματικότητας. Το ότι τα παιδιά τρέχουν το απόγευμα σε δυο ξένες γλώσσες, σε γυμναστήρια, μαθήματα μουσικής και άλλα συναφή είναι κατακριτέο. Το γεγονός βέβαια ότι έχουμε ένα από τα υψηλοτέρα ποσοστά γλωσσομαθών στην Ευρώπη δεν το εξετάζουμε. Το τι αυτό μπορεί να προσφέρει αργότερα σε ένα μέλλοντα  πολίτη του κόσμου δεν το συζητάμε. Το γιατί η δημόσια εκπαίδευση δεν έχει καταφέρει τόσα χρόνια να τα προσφέρει αυτά στα παιδιά, δεν αποτελεί αντικείμενο έρευνας. Ούτε το ποιος φταίει για την απαξίωση του δημόσιου σχολείου. 

Ο κύριος  Αποστολίδης θεωρεί ότι  τα δίδακτρα των φροντιστηρίων είναι δυσβάστακτα για το βαλάντιο του μέσου Έλληνα ο οποίος, επίσης κατά τον κύριο Αποστολίδη, μ’ αυτόν το τρόπο  εξαγοράζει το άλλοθι, ότι τουλάχιστον, ως γονιός, έκανε το χρέος του!  Δηλαδή ο κύριος Αποστολίδης εκτός από μαθηματικός και γνώστης των οικονομικών μεγεθών της αγοράς, είναι και κοινωνιολόγος που έχει εντρυφήσει στη νοοτροπία των νεοελλήνων και ξέρει γιατί πληρώνουν οι ανάλγητοι γονείς  την εξωσχολική στήριξη των βλασταριών τους. Δεν μίλησε μάλιστα ούτε καν για κάποιο ποσοστό. Όλοι ανεξαιρέτως οι γονείς επιδιώκουν μέσω της οικονομικής προσφοράς να απαλλαγούν από την ευθύνη ανάπτυξης των παιδιών τους, φορτώνοντας τα με μπαλέτα μουσικές ξένες γλώσσες πολεμικές τέχνες και φροντιστήρια, πολλά φροντιστήρια. Διότι λανθασμένα, πάντα κατά τον κύριο Αποστολίδη, επιδιώκουν την εισαγωγή τους στα πανεπιστήμια χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι έτσι τους αφαιρούν την δυνατότητα ανάπτυξης των πνευματικών ικανοτήτων τους. Αν οι σπουδές σε μια πανεπιστημιακή σχολή συνεπάγονται και φρένο στην πνευματική ανάπτυξη, κάτι δεν πάει καλά με την σχέση αυτού του σκεπτικού με τον ορθό λόγο, τουλάχιστον. 

Είναι γνωστό ότι και καθηγητές του Δημόσιου σχολείου και παρά πολλοί ελεύθεροι επαγγελματίες και μη, κάνουν μαθήματα τα απογεύματα κατ’ οίκον. Είναι γνωστό επίσης ότι δεν υπάρχουν παραστατικά για αυτές τις παροχές υπηρεσίας και γενικά κυκλοφορεί πολύ μαύρο χρήμα σ’ αυτή την δραστηριότητα, πέρα απ΄ το γεγονός ότι για τους καθηγητές του Δημόσιου σχολείου αποτελεί και ποινικό αδίκημα. Με όλα αυτά η πολιτεία ουδέποτε έχει ασχοληθεί. Κάποιοι δύσπιστοι μπορεί να σκεφτούν ότι η απουσία ελέγχου στους δημόσιους λειτουργούς μπορεί και να’ ναι κι ένα κλείσιμο ματιού όσον αφορά στο «...συμπλήρωμα» του εισοδήματος τους.  Άλλωστε  είναι τέτοια η διασπορά του φαινόμενου που μάλλον είναι αρκετά δύσκολο να ελεγχθεί.
Απορώ όμως με την άνεση του κυρίου Αποστολίδη ο οποίος έτσι ανενδοίαστα κατηγόρησε από βήματος έναν ολόκληρο επιχειρηματικό κλάδο  για φοροδιαφυγή, εισφοροδιαφυγή και πενιχρές αμοιβές υπαλλήλων. Που το ξέρει; Κι αν έχει στοιχεία γιατί δεν τα χρησιμοποιεί δια της νομίμου οδού; Είναι προτιμότερο να πετάει λάσπη σε ένα ολόκληρο επαγγελματικό κλάδο; Γιατί δεν κατηγορεί και τα δικηγορικά γραφεία; Που ξέρει πόσα και αν πληρώνουν οι γιατροί, τα κομμωτήρια  τα λογιστικά γραφεία και ένα σωρό άλλες επιχειρήσεις. Τα φροντιστήρια κατά τον κύριο Αποστολίδη είναι τόποι ανομίας κάθε είδους. Όταν εκτοξεύει κάποιος τόσο βαριές κατηγορίες εναντίον ενός ολοκλήρου χώρου πρέπει και να μπορεί να τις αποδείξει. Αλλιώς πρόκειται για έναν λόγο που αποσκοπεί απλώς στον εντυπωσιασμό. Μόνο που έκανε ένα λάθος. Δεν μιλούσε σε ένα κοινό που χάφτει εύκολα τέτοιου είδους γενικεύσεις. 

Σύμφωνα με τον καθηγητή Σταμάτη Κριμιζή, του οποίου η ομιλία είχε προηγηθεί, ο ελληνισμός διαθέτει περίπου το 3% των επιστημόνων κορυφαίας εμβέλειας παγκοσμίως, ενώ ο πληθυσμός της Ελλάδας ή των Ελλήνων διεθνώς αντιστοιχεί μόνο στο 0,15% ή 0,20% από τα 6,92 δισεκατομμύρια κατοίκους του πλανήτη. Αυτό αποτελεί ένα αναξιοποίητο είναι η αλήθεια κεφαλαίο για όλους μας, δεν επετεύχθει όμως με τις απόψεις του κυρίου Αποστολίδη. 

Ο κύριος Αποστολίδης αφιέρωσε ένα μέρος της εισήγησης του στην “πάταξη” της παραπαιδείας. Ακόμη και η χρήση του συγκεκριμένου ρήματος είναι ενδεικτική των απόψεων του εισηγητή. 
Αναρωτιέμαι πως φαντάζεται την απαγόρευση της λειτουργίας καθ’ όλα νόμιμων επιχειρήσεων κάθε είδους σε μια δημοκρατική κοινωνία. Τα αποφασίζομεν και διατάσσομεν κάθε χρώματος έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.  Αν κάποιοι γονείς επιθυμούν εξωσχολική στήριξη των παιδιών τους, θα την έχουν. Κι αυτό είναι διεθνής πρακτική, για να τελειώνουμε με το παραμυθάκι ότι το φροντιστήριο αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα. 

Την περί ης ο λόγος ανεκδιήγητη, κατά την ταπεινή μου γνώμη, εισήγηση ακολούθησε αρκετά αργότερα στην ομιλία του Σταύρου Θεοδωράκη η πρόταση, ανάμεσα στ’ άλλα, περί νομιμοποίησης των ιδιαιτέρων των καθηγητών του Δημοσίου. Θεωρώ  ότι δεν θα υπάρξει αντίρρηση να πραγματοποιηθεί κάτι τέτοιο, αρκεί όμως για λόγους ισοπολιτείας, να επιτρέψουμε παράλληλα στους εφοριακούς ν’ ανοίξουν λογιστικά γραφεία και στους δικαστικούς να λειτουργούν ως δικηγόροι τα απογεύματα υπερασπίζοντας όποιον τους πληρώνει καλύτερα. Ας μην συνεχίσω με έναν ατέλειωτο κατάλογο με αστυνομικούς, στρατιωτικούς κ.λ.π. Πέρα απ’ οποιοιδήποτε κριτική στην πρόταση αυτή καθαυτή, πρέπει να επισημανθεί  ότι όχι μόνο δεν καταργεί τα φροντιστήρια αλλά τα επαυξάνει κι αναγνωρίζει την ανάγκη εξωσχολικής εκπαιδευτικής πράξης, άρα την αδυναμία του δημόσιου σχολείου να προσφέρει ολοκληρωμένη εκπαίδευση. 
Θα το λέμε αυτό παραπαιδεία, η θα το βαφτίσουμε κάπως αλλιώς - πως άραγε - για να συμπλεύσει η εισήγηση του Τάσου Αποστολίδη με τις απόψεις του επικεφαλής του Ποταμιού;

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Η εκπαίδευση σε κρίση

                                                    «Η γνώση είναι αγαθό, έστω κι αν
                                                         αυτό που θα γνωρίσουμε,                                                              θα μας είναι οδυνηρό»
                                                                 Bertrand Russell



 Το 30% των μαθητών της Λυκείου «έμειναν» επανεξετάσιμοι  φέτος, που για πρώτη φορά εφαρμόστηκε το νέο σύστημα στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.  Στα διαγωνίσματα των προαγωγικών εξετάσεων, τα θέματα προέρχονταν κατά 50% από την περιβόητη Τράπεζα Θεμάτων του Υπουργείου Παιδείας.
Γιατί συνέβη αυτό; Διότι στον νέο νόμο υπήρξε η πρόβλεψη πως αν ένας μαθητής δεν συμπλήρωνε μέσο όρο τουλάχιστον 10 σε κάποια μαθήματα (και 8 σε κάποια άλλα) θα τον παρέπεμπαν για επανεξέταση τον Σεπτέμβρη. Έφταιξε η εφαρμογή της Τράπεζας Θεμάτων γι’ αυτό; Όχι διατείνεται το υπουργείο και παραθέτει στοιχεία σύμφωνα με τα οποία οι μαθητές έγραψαν καλύτερα φέτος, απ’ ότι τα προηγούμενα χρόνια. Φέτος έμειναν περισσότεροι, διότι ο νέος νόμος για την δευτεροβάθμια εκπαίδευση προβλέπει αυτό το όριο του 10 η του 8 στους μέσους όρους των μαθημάτων και απλώς πάρα πολλοί μαθητές είχαν μικρές γραπτές βαθμολογίες όπως πάντα. Τι γινόταν τα προηγούμενα χρόνια; Περνούσαν την τάξη σχεδόν όλοι (σχεδόν ανεξαρτήτως βαθμολογίας)
Για την ιστορία να πούμε ότι μετά από αυτή την βόμβα του 30% (κάποιοι το ανεβάζουν σε 40%) το Υπουργείο Παιδείας άρχισε τις προσπάθειες να μαζέψει το χυμένο γάλα. Σε πρώτη φάση έδωσαν εντολή να υπολογιστεί σαν όριο 10, ο μέσος όρος των Μαθηματικών και των Φιλολογικών κι όχι αναλυτικά το κάθε μάθημα, πχ Άλγεβρα από Γεωμετρία χωριστά. Επειδή όμως ούτε έτσι διαφοροποιήθηκαν σημαντικά τα ποσοστά, το μάζεψαν κι άλλο. Αν κάποιος έχει μέσο όρο μαθημάτων 12,5 προβιβάζεται αδιακρίτως των βαθμών του στα επί μέρους μαθήματα. Έτσι φτάσαμε σ’ ένα αξιοπρεπές ποσοστό επανεξετάσιμων της τάξης του 12%, που δεν σώζεται με τίποτα· έχει διασωθεί όμως το κύρος των εμπνευστών του συστήματος.
Το βασικό όμως ερώτημα  που τίθεται είναι: Τι έφταιξε και ξαφνικά ένας τόσο μεγάλος αριθμός μαθητών δεν μπόρεσε να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις των εξετάσεων ρουτίνας που γίνονται όταν τελειώνει η σχολική χρονιά; Και το  Υπουργείο και οι καθηγητές αυτών των παιδιών οφείλουν μια απάντηση. Είναι έξω από την λογική, το να δεχτούμε ότι έτσι ξαφνικά εμφανίστηκε μια φουρνιά μαθητών με μικρότερες ικανότητες. Επειδή λοιπόν αυτό είναι αστείο και να το σκεφτεί κάποιος, πρέπει να αναζητηθούν αλλού τα αιτία αυτής της δυσάρεστης αλλά αναμφισβήτητης πραγματικότητας.
Τι επικρατούσε μέχρι τώρα στις τάξεις του Λυκείου; Μαθητές οι οποίοι έγραφαν στις προαγωγικές εξετάσεις ακόμη και πολύ χαμηλούς βαθμούς, δηλαδή 4αρια και 5αρια, προβιβάζονταν λόγω του συστήματος που επέτρεπε κάτι τέτοιο. Είχαμε το φαινόμενο, παιδιά που κυριολεκτικά δεν ήξεραν να κάνουν μια διαίρεση η να γράψουν χωρίς ορθογραφικό η συντακτικό λάθος μια πρόταση να φτάνουν στην Γ΄ Λυκείου και να έχουν επιδίωξη – γιατί όχι;– να βρεθούν και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση· κάποιοι μάλιστα το κατάφερναν.
Άρα πρέπει να δεχτούμε ότι έχουμε σε χρήση ένα εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο στην πράξη δεν λειτουργεί σωστά. Η Τράπεζα Θεμάτων αποτέλεσε τον δαίμονα των εκπαιδευτικών πραγμάτων την χρονιά αυτή, μάλλον όμως διαφαίνεται ότι δεν ήταν εκεί το πρόβλημα.
Οφείλουμε ως κοινωνία, να καθορίσουμε το πλαίσιο της εκπαίδευσης που θέλουμε για τις επόμενες γενιές και για να γίνει αυτό, πρέπει να απαντήσουμε σε κάποια ερωτήματα.
Ακούγονται απόψεις σύμφωνα με τις οποίες το μάθημα  πρέπει να ταιριάζει στους μαθητές σαν ρούχο που ράβει ο ράφτης. Το αντικείμενο δηλαδή που πραγματεύεται ο καθηγητής και στο οποίο προσπαθεί να κάνει κοινωνό τον μαθητή του, να είναι προσαρμοσμένο προκρούστια στα μέτρα του άλλου πόλου αυτής της διεργασίας. Προτείνεται δηλαδή να υιοθετηθεί και να πλασάρεται αναληθώς μια εύπεπτη εκδοχή που θα εξαπατήσει σίγουρα τους περισσότερους μαθητές.
Πρέπει το μάθημα να κατέβει στο εκάστοτε επίπεδο των μαθητών,  ή οι μαθητές ν’ ανέβουν στο επίπεδο της προς απόκτηση γνώσης; Ποιος είναι αρμόδιος να αποφασίσει το σημείο που θα συναντηθούν αυτά τα δυο -αν υποθέσουμε ότι είναι κινούμενα- συγκλίνοντας.
Πρέπει η όχι, το μάθημα να είναι μια πραγματολογική εργασία στα μέτρα του επιστημονικού αντικειμένου, του οποίου ο μαθητής μας θα γίνει κοινωνός;
Είναι αποδεκτές μέθοδοι επηρεασμού των παιδιών με υπερτονισμό του επικοινωνιακού στοιχείου, έτσι ώστε το μάθημα να προβάλλεται σαν εύκολο και τάχα παιγνίδι; Είναι δηλαδή θεμιτό να εξαπατώνται οι μαθητές είτε με την υιοθέτηση μιας τετριμμένης γλώσσας, είτε με την ενσωμάτωση ευχάριστων και διασκεδαστικών στοιχείων;
Έχουμε το δικαίωμα  να τους κρύψουμε την αλήθεια που λέει ότι για να προχωρήσει κάποιος σε σοβαρές σπουδές και να αποκτήσει ένα υψηλό μορφωτικό επίπεδο χρειάζεται δουλειά; Πρέπει να γνωρίζουν ότι δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί με τον ελάχιστο κόπο ή αποφεύγοντας την κούραση;
Τι απαντάμε στον έφηβο που δηλώνει «Πρέπει να με πείσεις γιατί να σπαταλήσω τον χρόνο μου διαβάζοντας» Είναι βλακώδης βέβαια η δήλωση αλλά ενέχει ένα σπέρμα λογικής. Αφού η μόρφωση έχει αμφιμονοσήμαντα συνδεθεί με την οικονομική και μόνο αποκατάσταση, ο νέος άνθρωπος διαβλέπει έναν κόπο χωρίς ανταπόδοση και φυσικά αγνοεί την καλλιέργεια που προκύπτει απ’ το σκύψιμο στα βιβλία. Δυστυχώς έτσι οδηγούμαστε ως είδος πίσω στην βαρβαρότητα, χωρίς να δίνουμε και ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι έχει πάλι δημιουργηθεί ένας «εφεδρικός στρατός»  με όλα τα χαρακτηριστικά που του  απέδιδαν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, οι διανοητές της εποχής.
Η πιο λαϊκίστικη προσέγγιση της εκπαίδευσης κραυγάζει όχι στις εξετάσεις, όχι στις τράπεζες θεμάτων, όχι στην αξιολόγηση. Είδα μια ανάρτηση σε φόρουμ εκπαιδευτικών που κατέληγε: «Η αξιολόγηση είναι και χρονοβόρα και επικίνδυνη»  Πρόκειται για μνημείο ανορθολογισμού. Το αποτέλεσμα το είδαμε τον Ιούνιο. Μόλις χρειάστηκε να λειτουργήσει το σύστημα σε μια νέα βάση, οι συντελεστές του - μαθητές και καθηγητές - δεν τα κατάφεραν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις  του. Θα είχε ενδιαφέρον να μας εξηγήσουν πως νοιώθει εκείνος που συμμετέχει σ’ ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα στο οποίο το 30% των μαθητών κόβεται. Η μήπως – κάτι που είναι επίσης ενδιαφέρον - έχει πάψει να νοιώθει; 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Θάρρος την Πέμπτη 21 - 8 - 2014