Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Οι ρυτίδες του Νέου Λυκείου

«Η ορθοφροσύνη είναι στον κόσμο το πράμα το καλυτέρα μοιρασμένο,
γιατί ο καθένας βρίσκει πως είναι τόσο καλά εφοδιασμένος με ορθοφροσύνη,
ώστε κι εκείνοι ακόμα που ικανοποιούνται δυσκολότατα σε κάθε άλλο πράμα,
δεν έχουν τη συνήθεια να ποθούν περισσότερη απ’ όση έχουν»
René Descartes


Ας κάνουμε μια γρήγορη ανασκόπηση του εκπαιδευτικού συστήματος κοιτώντας αποκλειστικά την διαδικασία εισαγωγής στης τριτοβάθμια εκπαίδευση.  Ξεκινώντας απ’ τις Δέσμες που κράτησαν αρκετά χρόνια, είχαμε εξετάσεις σε 4 μαθήματα, με αρκετά μεγάλη εξεταστέα υλη και συνήθως δύσκολα θέματα. Το κυρίαρχο όμως σημείο του συστήματος ήταν ο διαχωρισμός των παιδιών με βάση τις επιδιώξεις τους. Έτσι η επιλογή μιας δέσμης απέκλειε την εισαγωγή σε σχολές άλλων δεσμών.
Οι υποψήφιοι συμπλήρωναν το μηχανογραφικό δελτίο πριν απ’ τις βαθμολογικές επιδόσεις τους,  άρα φτάναμε στο σημείο να υπάρχουν μαθητές που  πίστευαν ότι είναι πιθανό να περάσουν σε μια απ’ τις πρώτες προτιμήσεις τους και τελικά να μένουν απ’ έξω. Μάλιστα οι δευτεροδεσμίτες που κατευθύνονταν προς τις ιατρικές σχολές, όπου ο ανταγωνισμός ήταν σκληρός, έφταναν στο σημείο να μην εισάγονται πουθενά ακόμα κι αν είχαν συμπληρώσει βαθμό 17, η και 18 (με άριστα το 20)  Είχαμε δηλαδή το φαινόμενο να πετάμε έξω απ’ τα ελληνικά πανεπιστήμια πολύ καλά μυαλά. Φυσικά όσα παιδιά είχαν την οικονομική δυνατότητα στρέφονταν κατευθείαν σε σχολές του εξωτερικού. Οι υπόλοιποι ξανάδιναν εξετάσεις με εκείνη την ανεκδιήγητη ρύθμιση, με βάση την οποία είχαν δικαίωμα να κρατούν την βαθμολογία σε όσα μαθήματα είχαν γράψει καλά και να ξαναπροσπαθούν για τα υπόλοιπα. Συναγωνιζόντουσαν έτσι  αυτούς που έδιναν για πρώτη φορά όχι βέβαια επί ίσοις όροις  μ’ αποτέλεσμα να λέγεται ευρέως ότι αν θες να μπεις σε μια σοβαρή σχολή, πρέπει να το προγραμματίσεις για τουλάχιστον δυο χρονιές και άλλα τέτοια τραγελαφικά.  Τιμωρούσαμε λοιπόν πολύ σκληρά έναν υποψήφιο ο οποίος στα 17 του είχε το όνειρο να γίνει γιατρός. Σε μεγάλο ποσοστό μπορεί οι ιατρικές σχολές να είχαν και συνεχίζουν να έχουν μια αίγλη, αλλά ελάχιστα ήταν τα παιδιά που με παρωπίδες «έβλεπαν» μόνο αυτές και απέκλειαν άλλα ενδεχόμενα. Τους απέκλειε όμως τις πράγμασι το σύστημα.
Ήρθε λοιπόν η μεταρρύθμιση Αρσένη κι άλλαξε άρδην το τοπίο. Πέρα από το γεγονός ότι μετέτρεψε το σύνολο των εξετάσεων της Γ΄ Λυκείου σε εισαγωγικές (13 μαθήματα… ) έφερε κάποιες καινοτομίες που είναι απαραίτητες και γι αυτό δεν έχουν ανατραπεί απ’ όλους τους μετέπειτα υπουργούς Παιδείας, οι οποίοι μη μπορώντας να προτείνουν κάτι αξιόλογο δικό τους, απλώς πετσόκοβαν επί χρόνια  το σύστημα Αρσένη. Δεν πείραξαν όμως το ότι το μηχανογραφικό συμπληρώνεται μετά την ανακοίνωση των βαθμολογιών,  άρα ο καθένας έχει μια εικόνα των δυνατοτήτων του. Επίσης παραμένει η διόρθωση του προφορικού βαθμού σε σχέση με τον γραπτό, διότι δεν μπορεί το Υπουργείο να εμπιστευτεί τους καθηγητές του για αμεροληψία (κάτι που έχουν δεχτεί αδιαμαρτύρητα χρόνια τώρα) Μέχρι τις ανακοινώσεις για το Νέο Λύκειο δεν είχε καν αλλάξει ο αλγόριθμος υπολογισμού του Βαθμού Πρόσβασης, απλώς λιγόστευαν τα μαθήματα που χρειάζονταν για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Οι σαφώς λαϊκίστικου χαρακτήρα καινοτομίες των μετά Αρσένη υπουργών ήταν να κάνουν τα μαθήματα  9 από 13 και εν τελει  6 και να καταργήσουν τις εξετάσεις της Β’ Λυκείου.  Κανείς βέβαια δεν ασχολήθηκε με το γεγονός ότι  τα 6 μαθήματα κάνουν πιο δύσκολα τα πράγματα απ’ ότι τα 9,  διότι ο βαθμός ενός  μαθήματος είναι το 16% του συνόλου, ενώ πριν το κάθε μάθημα αποτελούσε χοντρικά το 11% του συνόλου. Είναι αυτονόητο ότι με τα πιο πολλά μαθήματα η αποτυχία σε ένα η δυο εξετάσεις δεν δημιουργεί τετελεσμένο όπως δημιουργεί κάτι αντίστοιχο  σήμερα με τα 6 μαθήματα (και θα γίνει πολύ εντονότερο με τα 4 που έρχονται)
Επίσης κανείς δεν κατάλαβε γιατί έπρεπε να καταργηθούν οι εξετάσεις στην Β΄ λυκείου, ειδικά μάλιστα μετά από την ρύθμιση ότι ο βαθμός τους θα έπαιζε ρόλο κατά ένα ποσοστό,  μόνο αν ήταν υψηλότερος απ’ αυτόν της Γ΄ λυκείου.
Είναι δεδομένο πως πληρώνουμε μια λαϊκίστικη μανία που έχει εκτραφεί και από τα ΜΜΕ, περί λίγης ύλης,  λίγων μαθημάτων και δημιουργίας όλο και περισσότερου ελεύθερου χρόνου για τα παιδιά. Η τελευταία σπασμωδική ρύθμιση με την επανεισαγωγη της πληροφορικής η οποία δεν γνωρίζουμε ακόμα πως θα γίνει και σε ποιες σχολές θα επικρατήσει σε βάρος της Χημείας, δείχνει το πολύ απλό. Ότι δηλαδή, 4 μαθήματα στις εισαγωγικές εξετάσεις είναι λίγα.  Δεν είναι αρκετά για να κρίνουν τις ικανότητες (δεξιότητες) των υποψηφίων σε σχέση με τα επιστημονικά αντικείμενα προς τα οποία κατευθύνονται. Υπάρχει ένα αντικειμενικό πρόβλημα που συνεχίζουν να αγνοούν επιδεικτικά οι αρμόδιοι. Όταν έχουν απ’ τα πράγματα και λόγω εξέλιξης δημιουργηθεί τόσοι πολλοί διαφορετικοί επιστημονικοί τομείς, δεν μπορείς να συνεχίζεις με 4 μαθηματάκια να κρίνεις τους ανθρώπους που θα ασχοληθούν μ’ αυτά.
Δυστυχώς όμως  όποιος αποτολμήσει να αναφέρει κάτι τέτοιο είναι αυτόματα καταδικαστέος διότι θα κατηγορηθεί ότι θέλει να προσθέσει φορτίο στα ήδη κουρασμένα νιάτα της πατρίδας μας.
Αποδεχόμαστε με ευκολία όμως να τα αναγκάσουμε  να επιλέξουν απ’ τα 17 τους, διαδρομή σπουδών με αποκλεισμούς. Με απλά λόγια αυτός που θα επιλέξει Πληροφορική δεν θα ’χει δικαίωμα να μπει σε μια σειρά από σχολές που έχουν σχέση με την Χημεία όπως Χημικοί Μηχανικοί, Μηχανικοί Περιβάλλοντος, Γεωπόνοι, κ.λ.π. και φυσικά και αντίστροφα τα παιδιά που θα επιλέξουν Χημεία, αποκλείονται από μια σειρά σχολών. Φυσικά οι ανεγκέφαλοι εμπνευστές όλου αυτού του συνονθυλεύματος δεν σκέφτηκαν τι θα γίνει με σχολές που χρειάζονται και τα δυο.
Αυτή είναι ίσως και μια από τις κυριότερες οπισθοδρομήσεις του λεγόμενου Νέου Λυκείου. Το γεγονός δηλαδή ότι καταργεί την δυνατότητα που έδινε ο νόμος 2525/97 περί επιλογής σχολών και επαναφέρει την λογική των Δεσμών με τα στεγανά και το καναλιζάρισμα των υποψηφίων σε στρούγκες.
Είναι γνωστό εκ των προτέρων τι θα συμβεί, διότι πρόκειται για επανάληψη φαινομένου. Τα παιδιά θα αποφύγουν κατευθύνσεις «δύσκολες» και θα οδηγηθούν σωρηδόν στα υποθετικά εύκολα λειτουργώντας στην παλιά λογική της 4ης Δέσμης που μάζευε πέρα απ’ αυτούς που πραγματικά ήθελαν οικονομικές σχολές κι όλους τους «καταφρονεμένους», που δια της εις άτοπον απαγωγής κατέληγαν εκεί, προκειμένου να πάρουν το απολυτήριο του Λυκείου και ταυτόχρονα να δοκιμάσουν και την τύχη τους στις εξετάσεις.
Το υπουργείο Παιδείας έφερε μέσα στον νόμο για το Νέο Λύκειο ένα σύστημα εισαγωγής με ομάδες προσανατολισμού και επιστημονικά πεδία στημένο κυριολεκτικά στο γόνατο  και τώρα στο παρά πέντε προσπαθούν να μπαλώσουν τα προβλήματα που ανακύπτουν. Ανακαλύπτουν τώρα ότι δεν είναι δυνατό να λειτουργήσει ο αυστηρός διαχωρισμός που είχαν αρχικά θέσει και έχει ξεκινήσει  ένα ράβε ξήλωνε σχολών κι επιστημονικών πεδίων. Οι στρατιωτικές σχολές δεν μπορούν ν’ αποτελέσουν ένα ξεχωριστό πεδίο όπως είχαν αρχικά αφήσει να εννοηθεί,  άρα πρέπει να ενταθούν στα προβλεπόμενα.  Για να αποφύγουν  το αδιέξοδο που δημιουργούν τα 5 επιστημονικά πεδία, αποφάσισαν να εντάξουν κάποιες σχολές σε παραπάνω από ένα επιστημονικά πεδία.  Πρόκειται για λύσεις ανάγκης που δεν είναι σίγουρο ότι δεν θα γεννήσουν νέες δυσαρμονίες και αδιέξοδα.
Απ’ την άλλη πλευρά κανείς δεν εξηγεί  λογικά το γιατί απαγορεύεται μέσω του συστήματος σε ένα μαθητή ο όποιος έχει αρκετές προτιμήσεις, να δοκιμάσει την τύχη του σε παραπάνω από μια κατευθύνσεις επιλέγοντας να εξεταστεί ίσως και σε περισσότερα μαθήματα.
Η μόνη διέξοδος έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση εφόσον δεν υπάρχει θέμα αναμόρφωσης συνολικά του συστήματος  είναι η τροποποίηση του νόμου που ρυθμίζει τα των εισαγωγικών εξετάσεων σ’ αυτό το σημείο. Οι τελειόφοιτοι του Λυκείου και άρα υποψήφιοι θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να δώσουν εξετάσεις σε όσα μαθήματα θέλουν.  Τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ θα είναι υποχρεωμένα να καθορίσουν ποια μαθήματα θεωρούν ως προαπαιτούμενα και με ποιον συντελεστή βαρύτητας. Έτσι κάποιος που θα ήθελε Ιατρικές σχολές αλλά δεν θα του κακοφαινόταν και μια θέση στο Πολυτεχνείο θα πρέπει απλώς να ξέρει από νωρίς ότι θα εξεταστεί σε όλα τα μαθήματα που απαιτούν αυτές οι σχολές.
Με τις διατάξεις που ισχύουν για το Νέο Λύκειο, επαναφέρουμε αγκυλώσεις και περιορισμούς που ίσχυαν αρκετά χρόνια πριν και όλοι πιστεύαμε ότι έχουμε αφήσει οριστικά πίσω μας.
Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν έχουμε το δικαίωμα σαν κοινωνία να στερήσουμε από τους νέους ανθρώπους την ελεύθερη επιλογή της διαδρομής τους στη ζωή και στις σπουδές που θέλουν να κάνουν. Αρκετά τους έχουμε στερήσει με το ζοφερό μέλλον που τους επιφυλάξαμε. 


Δημοσιεύτηκε στο www.kalamatajournal.gr την Τρίτη 25-11-2014


Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΠΑΡΑΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΝΤΑ

Οι εισηγήσεις, την Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου, σχετικά με την εκπαίδευση ήταν ένας πολύ σοβαρός λόγος για να παρακολουθήσει κάποιος την ημερίδα που διοργανώθηκε από το Ποτάμι, στο ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Ενδιαφέρουσες απόψεις και διαπιστώσεις από ανθρώπους όπως ο καθηγητής Σταμάτης Κριμιζής, ο Αχιλλέας Γραβάνης, ο Άγγελος Δεληβοριάς και πολλοί άλλοι εξίσου σημαντικοί τον τομέα τους,  δεν είναι εύκολο να τις συναντήσεις καθημερινά.
Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που μπόρεσα να παρακολουθήσω το μεγαλύτερο μέρος της ημερίδας.

Όμως δεν γλυτώσαμε. Ο εύκολος λαϊκίστικος λόγος τελικά παρεισφρέει παντού. Τι θέλουν ν’ ακούσουν οι νεοέλληνες για το κακό το ριζικό μας ; Θα τους το πούμε. Κατά τον κύριο Τάσο Αποστολίδη μαθηματικό, ιδιωτικό εκπαιδευτικό και αντιπρόεδρο της Αμερικάνικης Γεωργικής Σχολής, τα κάθε είδους φροντιστήρια κατά κύριο λόγο (και οι ιδιαιτεράδες βεβαίως) αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα δεινά της ελληνικής εκπαιδευτικής πραγματικότητας. Το ότι τα παιδιά τρέχουν το απόγευμα σε δυο ξένες γλώσσες, σε γυμναστήρια, μαθήματα μουσικής και άλλα συναφή είναι κατακριτέο. Το γεγονός βέβαια ότι έχουμε ένα από τα υψηλοτέρα ποσοστά γλωσσομαθών στην Ευρώπη δεν το εξετάζουμε. Το τι αυτό μπορεί να προσφέρει αργότερα σε ένα μέλλοντα  πολίτη του κόσμου δεν το συζητάμε. Το γιατί η δημόσια εκπαίδευση δεν έχει καταφέρει τόσα χρόνια να τα προσφέρει αυτά στα παιδιά, δεν αποτελεί αντικείμενο έρευνας. Ούτε το ποιος φταίει για την απαξίωση του δημόσιου σχολείου. 

Ο κύριος  Αποστολίδης θεωρεί ότι  τα δίδακτρα των φροντιστηρίων είναι δυσβάστακτα για το βαλάντιο του μέσου Έλληνα ο οποίος, επίσης κατά τον κύριο Αποστολίδη, μ’ αυτόν το τρόπο  εξαγοράζει το άλλοθι, ότι τουλάχιστον, ως γονιός, έκανε το χρέος του!  Δηλαδή ο κύριος Αποστολίδης εκτός από μαθηματικός και γνώστης των οικονομικών μεγεθών της αγοράς, είναι και κοινωνιολόγος που έχει εντρυφήσει στη νοοτροπία των νεοελλήνων και ξέρει γιατί πληρώνουν οι ανάλγητοι γονείς  την εξωσχολική στήριξη των βλασταριών τους. Δεν μίλησε μάλιστα ούτε καν για κάποιο ποσοστό. Όλοι ανεξαιρέτως οι γονείς επιδιώκουν μέσω της οικονομικής προσφοράς να απαλλαγούν από την ευθύνη ανάπτυξης των παιδιών τους, φορτώνοντας τα με μπαλέτα μουσικές ξένες γλώσσες πολεμικές τέχνες και φροντιστήρια, πολλά φροντιστήρια. Διότι λανθασμένα, πάντα κατά τον κύριο Αποστολίδη, επιδιώκουν την εισαγωγή τους στα πανεπιστήμια χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι έτσι τους αφαιρούν την δυνατότητα ανάπτυξης των πνευματικών ικανοτήτων τους. Αν οι σπουδές σε μια πανεπιστημιακή σχολή συνεπάγονται και φρένο στην πνευματική ανάπτυξη, κάτι δεν πάει καλά με την σχέση αυτού του σκεπτικού με τον ορθό λόγο, τουλάχιστον. 

Είναι γνωστό ότι και καθηγητές του Δημόσιου σχολείου και παρά πολλοί ελεύθεροι επαγγελματίες και μη, κάνουν μαθήματα τα απογεύματα κατ’ οίκον. Είναι γνωστό επίσης ότι δεν υπάρχουν παραστατικά για αυτές τις παροχές υπηρεσίας και γενικά κυκλοφορεί πολύ μαύρο χρήμα σ’ αυτή την δραστηριότητα, πέρα απ΄ το γεγονός ότι για τους καθηγητές του Δημόσιου σχολείου αποτελεί και ποινικό αδίκημα. Με όλα αυτά η πολιτεία ουδέποτε έχει ασχοληθεί. Κάποιοι δύσπιστοι μπορεί να σκεφτούν ότι η απουσία ελέγχου στους δημόσιους λειτουργούς μπορεί και να’ ναι κι ένα κλείσιμο ματιού όσον αφορά στο «...συμπλήρωμα» του εισοδήματος τους.  Άλλωστε  είναι τέτοια η διασπορά του φαινόμενου που μάλλον είναι αρκετά δύσκολο να ελεγχθεί.
Απορώ όμως με την άνεση του κυρίου Αποστολίδη ο οποίος έτσι ανενδοίαστα κατηγόρησε από βήματος έναν ολόκληρο επιχειρηματικό κλάδο  για φοροδιαφυγή, εισφοροδιαφυγή και πενιχρές αμοιβές υπαλλήλων. Που το ξέρει; Κι αν έχει στοιχεία γιατί δεν τα χρησιμοποιεί δια της νομίμου οδού; Είναι προτιμότερο να πετάει λάσπη σε ένα ολόκληρο επαγγελματικό κλάδο; Γιατί δεν κατηγορεί και τα δικηγορικά γραφεία; Που ξέρει πόσα και αν πληρώνουν οι γιατροί, τα κομμωτήρια  τα λογιστικά γραφεία και ένα σωρό άλλες επιχειρήσεις. Τα φροντιστήρια κατά τον κύριο Αποστολίδη είναι τόποι ανομίας κάθε είδους. Όταν εκτοξεύει κάποιος τόσο βαριές κατηγορίες εναντίον ενός ολοκλήρου χώρου πρέπει και να μπορεί να τις αποδείξει. Αλλιώς πρόκειται για έναν λόγο που αποσκοπεί απλώς στον εντυπωσιασμό. Μόνο που έκανε ένα λάθος. Δεν μιλούσε σε ένα κοινό που χάφτει εύκολα τέτοιου είδους γενικεύσεις. 

Σύμφωνα με τον καθηγητή Σταμάτη Κριμιζή, του οποίου η ομιλία είχε προηγηθεί, ο ελληνισμός διαθέτει περίπου το 3% των επιστημόνων κορυφαίας εμβέλειας παγκοσμίως, ενώ ο πληθυσμός της Ελλάδας ή των Ελλήνων διεθνώς αντιστοιχεί μόνο στο 0,15% ή 0,20% από τα 6,92 δισεκατομμύρια κατοίκους του πλανήτη. Αυτό αποτελεί ένα αναξιοποίητο είναι η αλήθεια κεφαλαίο για όλους μας, δεν επετεύχθει όμως με τις απόψεις του κυρίου Αποστολίδη. 

Ο κύριος Αποστολίδης αφιέρωσε ένα μέρος της εισήγησης του στην “πάταξη” της παραπαιδείας. Ακόμη και η χρήση του συγκεκριμένου ρήματος είναι ενδεικτική των απόψεων του εισηγητή. 
Αναρωτιέμαι πως φαντάζεται την απαγόρευση της λειτουργίας καθ’ όλα νόμιμων επιχειρήσεων κάθε είδους σε μια δημοκρατική κοινωνία. Τα αποφασίζομεν και διατάσσομεν κάθε χρώματος έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.  Αν κάποιοι γονείς επιθυμούν εξωσχολική στήριξη των παιδιών τους, θα την έχουν. Κι αυτό είναι διεθνής πρακτική, για να τελειώνουμε με το παραμυθάκι ότι το φροντιστήριο αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα. 

Την περί ης ο λόγος ανεκδιήγητη, κατά την ταπεινή μου γνώμη, εισήγηση ακολούθησε αρκετά αργότερα στην ομιλία του Σταύρου Θεοδωράκη η πρόταση, ανάμεσα στ’ άλλα, περί νομιμοποίησης των ιδιαιτέρων των καθηγητών του Δημοσίου. Θεωρώ  ότι δεν θα υπάρξει αντίρρηση να πραγματοποιηθεί κάτι τέτοιο, αρκεί όμως για λόγους ισοπολιτείας, να επιτρέψουμε παράλληλα στους εφοριακούς ν’ ανοίξουν λογιστικά γραφεία και στους δικαστικούς να λειτουργούν ως δικηγόροι τα απογεύματα υπερασπίζοντας όποιον τους πληρώνει καλύτερα. Ας μην συνεχίσω με έναν ατέλειωτο κατάλογο με αστυνομικούς, στρατιωτικούς κ.λ.π. Πέρα απ’ οποιοιδήποτε κριτική στην πρόταση αυτή καθαυτή, πρέπει να επισημανθεί  ότι όχι μόνο δεν καταργεί τα φροντιστήρια αλλά τα επαυξάνει κι αναγνωρίζει την ανάγκη εξωσχολικής εκπαιδευτικής πράξης, άρα την αδυναμία του δημόσιου σχολείου να προσφέρει ολοκληρωμένη εκπαίδευση. 
Θα το λέμε αυτό παραπαιδεία, η θα το βαφτίσουμε κάπως αλλιώς - πως άραγε - για να συμπλεύσει η εισήγηση του Τάσου Αποστολίδη με τις απόψεις του επικεφαλής του Ποταμιού;

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Η εκπαίδευση σε κρίση

                                                    «Η γνώση είναι αγαθό, έστω κι αν
                                                         αυτό που θα γνωρίσουμε,                                                              θα μας είναι οδυνηρό»
                                                                 Bertrand Russell



 Το 30% των μαθητών της Λυκείου «έμειναν» επανεξετάσιμοι  φέτος, που για πρώτη φορά εφαρμόστηκε το νέο σύστημα στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.  Στα διαγωνίσματα των προαγωγικών εξετάσεων, τα θέματα προέρχονταν κατά 50% από την περιβόητη Τράπεζα Θεμάτων του Υπουργείου Παιδείας.
Γιατί συνέβη αυτό; Διότι στον νέο νόμο υπήρξε η πρόβλεψη πως αν ένας μαθητής δεν συμπλήρωνε μέσο όρο τουλάχιστον 10 σε κάποια μαθήματα (και 8 σε κάποια άλλα) θα τον παρέπεμπαν για επανεξέταση τον Σεπτέμβρη. Έφταιξε η εφαρμογή της Τράπεζας Θεμάτων γι’ αυτό; Όχι διατείνεται το υπουργείο και παραθέτει στοιχεία σύμφωνα με τα οποία οι μαθητές έγραψαν καλύτερα φέτος, απ’ ότι τα προηγούμενα χρόνια. Φέτος έμειναν περισσότεροι, διότι ο νέος νόμος για την δευτεροβάθμια εκπαίδευση προβλέπει αυτό το όριο του 10 η του 8 στους μέσους όρους των μαθημάτων και απλώς πάρα πολλοί μαθητές είχαν μικρές γραπτές βαθμολογίες όπως πάντα. Τι γινόταν τα προηγούμενα χρόνια; Περνούσαν την τάξη σχεδόν όλοι (σχεδόν ανεξαρτήτως βαθμολογίας)
Για την ιστορία να πούμε ότι μετά από αυτή την βόμβα του 30% (κάποιοι το ανεβάζουν σε 40%) το Υπουργείο Παιδείας άρχισε τις προσπάθειες να μαζέψει το χυμένο γάλα. Σε πρώτη φάση έδωσαν εντολή να υπολογιστεί σαν όριο 10, ο μέσος όρος των Μαθηματικών και των Φιλολογικών κι όχι αναλυτικά το κάθε μάθημα, πχ Άλγεβρα από Γεωμετρία χωριστά. Επειδή όμως ούτε έτσι διαφοροποιήθηκαν σημαντικά τα ποσοστά, το μάζεψαν κι άλλο. Αν κάποιος έχει μέσο όρο μαθημάτων 12,5 προβιβάζεται αδιακρίτως των βαθμών του στα επί μέρους μαθήματα. Έτσι φτάσαμε σ’ ένα αξιοπρεπές ποσοστό επανεξετάσιμων της τάξης του 12%, που δεν σώζεται με τίποτα· έχει διασωθεί όμως το κύρος των εμπνευστών του συστήματος.
Το βασικό όμως ερώτημα  που τίθεται είναι: Τι έφταιξε και ξαφνικά ένας τόσο μεγάλος αριθμός μαθητών δεν μπόρεσε να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις των εξετάσεων ρουτίνας που γίνονται όταν τελειώνει η σχολική χρονιά; Και το  Υπουργείο και οι καθηγητές αυτών των παιδιών οφείλουν μια απάντηση. Είναι έξω από την λογική, το να δεχτούμε ότι έτσι ξαφνικά εμφανίστηκε μια φουρνιά μαθητών με μικρότερες ικανότητες. Επειδή λοιπόν αυτό είναι αστείο και να το σκεφτεί κάποιος, πρέπει να αναζητηθούν αλλού τα αιτία αυτής της δυσάρεστης αλλά αναμφισβήτητης πραγματικότητας.
Τι επικρατούσε μέχρι τώρα στις τάξεις του Λυκείου; Μαθητές οι οποίοι έγραφαν στις προαγωγικές εξετάσεις ακόμη και πολύ χαμηλούς βαθμούς, δηλαδή 4αρια και 5αρια, προβιβάζονταν λόγω του συστήματος που επέτρεπε κάτι τέτοιο. Είχαμε το φαινόμενο, παιδιά που κυριολεκτικά δεν ήξεραν να κάνουν μια διαίρεση η να γράψουν χωρίς ορθογραφικό η συντακτικό λάθος μια πρόταση να φτάνουν στην Γ΄ Λυκείου και να έχουν επιδίωξη – γιατί όχι;– να βρεθούν και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση· κάποιοι μάλιστα το κατάφερναν.
Άρα πρέπει να δεχτούμε ότι έχουμε σε χρήση ένα εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο στην πράξη δεν λειτουργεί σωστά. Η Τράπεζα Θεμάτων αποτέλεσε τον δαίμονα των εκπαιδευτικών πραγμάτων την χρονιά αυτή, μάλλον όμως διαφαίνεται ότι δεν ήταν εκεί το πρόβλημα.
Οφείλουμε ως κοινωνία, να καθορίσουμε το πλαίσιο της εκπαίδευσης που θέλουμε για τις επόμενες γενιές και για να γίνει αυτό, πρέπει να απαντήσουμε σε κάποια ερωτήματα.
Ακούγονται απόψεις σύμφωνα με τις οποίες το μάθημα  πρέπει να ταιριάζει στους μαθητές σαν ρούχο που ράβει ο ράφτης. Το αντικείμενο δηλαδή που πραγματεύεται ο καθηγητής και στο οποίο προσπαθεί να κάνει κοινωνό τον μαθητή του, να είναι προσαρμοσμένο προκρούστια στα μέτρα του άλλου πόλου αυτής της διεργασίας. Προτείνεται δηλαδή να υιοθετηθεί και να πλασάρεται αναληθώς μια εύπεπτη εκδοχή που θα εξαπατήσει σίγουρα τους περισσότερους μαθητές.
Πρέπει το μάθημα να κατέβει στο εκάστοτε επίπεδο των μαθητών,  ή οι μαθητές ν’ ανέβουν στο επίπεδο της προς απόκτηση γνώσης; Ποιος είναι αρμόδιος να αποφασίσει το σημείο που θα συναντηθούν αυτά τα δυο -αν υποθέσουμε ότι είναι κινούμενα- συγκλίνοντας.
Πρέπει η όχι, το μάθημα να είναι μια πραγματολογική εργασία στα μέτρα του επιστημονικού αντικειμένου, του οποίου ο μαθητής μας θα γίνει κοινωνός;
Είναι αποδεκτές μέθοδοι επηρεασμού των παιδιών με υπερτονισμό του επικοινωνιακού στοιχείου, έτσι ώστε το μάθημα να προβάλλεται σαν εύκολο και τάχα παιγνίδι; Είναι δηλαδή θεμιτό να εξαπατώνται οι μαθητές είτε με την υιοθέτηση μιας τετριμμένης γλώσσας, είτε με την ενσωμάτωση ευχάριστων και διασκεδαστικών στοιχείων;
Έχουμε το δικαίωμα  να τους κρύψουμε την αλήθεια που λέει ότι για να προχωρήσει κάποιος σε σοβαρές σπουδές και να αποκτήσει ένα υψηλό μορφωτικό επίπεδο χρειάζεται δουλειά; Πρέπει να γνωρίζουν ότι δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί με τον ελάχιστο κόπο ή αποφεύγοντας την κούραση;
Τι απαντάμε στον έφηβο που δηλώνει «Πρέπει να με πείσεις γιατί να σπαταλήσω τον χρόνο μου διαβάζοντας» Είναι βλακώδης βέβαια η δήλωση αλλά ενέχει ένα σπέρμα λογικής. Αφού η μόρφωση έχει αμφιμονοσήμαντα συνδεθεί με την οικονομική και μόνο αποκατάσταση, ο νέος άνθρωπος διαβλέπει έναν κόπο χωρίς ανταπόδοση και φυσικά αγνοεί την καλλιέργεια που προκύπτει απ’ το σκύψιμο στα βιβλία. Δυστυχώς έτσι οδηγούμαστε ως είδος πίσω στην βαρβαρότητα, χωρίς να δίνουμε και ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι έχει πάλι δημιουργηθεί ένας «εφεδρικός στρατός»  με όλα τα χαρακτηριστικά που του  απέδιδαν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, οι διανοητές της εποχής.
Η πιο λαϊκίστικη προσέγγιση της εκπαίδευσης κραυγάζει όχι στις εξετάσεις, όχι στις τράπεζες θεμάτων, όχι στην αξιολόγηση. Είδα μια ανάρτηση σε φόρουμ εκπαιδευτικών που κατέληγε: «Η αξιολόγηση είναι και χρονοβόρα και επικίνδυνη»  Πρόκειται για μνημείο ανορθολογισμού. Το αποτέλεσμα το είδαμε τον Ιούνιο. Μόλις χρειάστηκε να λειτουργήσει το σύστημα σε μια νέα βάση, οι συντελεστές του - μαθητές και καθηγητές - δεν τα κατάφεραν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις  του. Θα είχε ενδιαφέρον να μας εξηγήσουν πως νοιώθει εκείνος που συμμετέχει σ’ ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα στο οποίο το 30% των μαθητών κόβεται. Η μήπως – κάτι που είναι επίσης ενδιαφέρον - έχει πάψει να νοιώθει; 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Θάρρος την Πέμπτη 21 - 8 - 2014

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Για την Τράπεζα Θεμάτων



Και ιδού. Έχουμε Τράπεζα Θεμάτων σε λειτουργία και έτοιμη προς χρήσιν. Όλοι εμείς που δεν το πολυπιστεύαμε, δηλαδή θεωρούσαμε ότι δεν θα προφτασουν μ’ αυτούς τους ρυθμούς χελώνας που γενικώς πάει το Υπουργείο Παιδείας, διαψευσθήκαμε οικτρά. Έτσι για να αποκτήσουμε εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Εμπιστοσύνη, που χρόνια τώρα δεν έχουμε βλέποντας πως λειτουργεί το γκαζοζέν της εκπαίδευσης στην ανάδελφη ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα.
Έχουμε λοιπόν αυτό το εργαλείο του νέου συστήματος, το οποίο ως αρχική σύλληψη δεν ήταν κακό και πιθανόν θα έλυνε και κάποια προβλήματα σε σχέση με το επίπεδο γνώσεων που πρέπει να προσφέρει η δευτεροβάθμια εκπαίδευση στα παιδιά.
Το σημείωμα αυτό δεν φιλοδοξεί να σχολιάσει το εκπαιδευτικό σύστημα στο σύνολο του. Προτιμώ να επικεντρωθεί στην ουσία της Τράπεζας Θεμάτων. Πρόκειται για συλλογές θεμάτων, μια για κάθε μάθημα της Α’ Λυκείου, οι οποίες συγκεντρώθηκαν μετά από ανοιχτή πρόσκληση για προσφορά στην εκπαιδευτική κοινότητα, που περιλαμβάνουν γύρω στα τριακόσια θέματα σε κάθε μάθημα (ασκήσεις, ερωτήσεις, κλπ). Φαντάζομαι ότι κάποια επιτροπή θα κοσκίνισε τα θέματα ως προς την επιστημονική τους αρτιότητα και αυτό ήταν. Την έδωσαν στο κοινό τρεις μέρες πριν τις εξετάσεις, ώστε να μην υπάρχει χρόνος για να λυθούν κι απαντηθούν όλα τα θέματα από φροντιστές και μαθητές. Τις επόμενες χρονιές που θα εμπλουτισθούν και ο αριθμός των περιεχομένων τους θα αυξηθεί υπέρμετρα, μπορεί να είναι ανοιχτή όλο τον χρόνο, αλλά πάλι λόγω όγκου θα είναι αδιανόητη όποια προσπάθεια απομνημόνευσης. Όλα αυτά είναι καλά, τα ξέραμε, τα περιμέναμε και είναι στο πνεύμα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Αυτό που γεννήθηκε σαν πρόβλημα από προχθές, είναι αυτά καθ’ εαυτα τα θέματα. Πρόκειται για προβλήματα και ασκήσεις που έχουν ασάφειες, έχουν παραλείψεις, έχουν επιστημονικές ανακρίβειες, αρκετά είναι μεν εντός διδακτέας ύλης αλλά στα όρια της. Πρόκειται για προβλήματα με επίφαση εργαστηριακής έρευνας και είναι ζήτημα προς διερεύνηση αν οι μαθητές καταλαβαίνουν τι σημαίνει φωτοπυλη και τι τους χρειάζεται. Δεν επικεντρώνω την κριτική στα θετικά μαθήματα. Ακόμη και δευτερεύοντα μαθήματα που πάντα οι μαθητές τα θεωρούσαν εύκολα, έχουν προβληματικά θέματα και άρα απρόσμενη δυσκολία. Για τις ξένες γλώσσες, που συνήθως τα παιδιά έχουν υψηλότερο επίπεδο απ’ αυτό του σχολείου λόγω διπλωμάτων, σε forum καθηγητών γράφονται και συζητούνται διάφορα αρνητικά σχόλια,  για το είδος των θεμάτων, την δυσκολία τους, ακόμα κι αν είναι εντός διδακτέας ύλης.
Ας δεχτούμε ότι όλα αυτά είναι υπερβολές, ή είναι η συνηθισμένη γκρίνια απέναντι σε καθετί καινούργιο και τύποις τα περιεχόμενα στην Τράπεζα Θεμάτων είναι συμβατά με την διδακτέα ύλη. Επ’ ουδενι όμως δεν είναι ίδιου επιπέδου με το σχολικό βιβλίο, που αποτελεί μπουσουλα για το επίπεδο δουλειάς που πρέπει μαθητές και καθηγητές να πραγματοποιήσουν, στη διάρκεια της σχολικής χρονιάς.  Με απλά λόγια, οι μαθητές στην μεγάλη τους πλειοψηφία δεν είναι έτοιμοι για τέτοιο επίπεδο διαγωνισμάτων. Αν μάλιστα δεν είχαν φροντιστηριακή υποστήριξη και περιμένουν μόνο απ’ την σχολική προετοιμασία,  θα δυσκολευτούν πάρα πολύ στις εξετάσεις με τα αναμενόμενα βεβαίως αποτελέσματα.
Γιατί συμβαίνουν ολ’ αυτά; Διότι η εκπαίδευση δεν αποτελεί προτεραιότητα για τις κυβερνήσεις από την μεταπολίτευση και δώθε. Φάγαμε δεκαετίες να συζητάμε την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Θεωρήθηκε επιτυχία το γεγονός ότι κάθισαν δυο κόμματα στο τραπέζι ως δείγμα διακομματικής στην επιτροπή Μπαμπινιώτη, ενώ θάπρεπε να ντρεπόμαστε που δεν το είχαμε καταφέρει μέχρι τότε. Το αποτέλεσμα ήταν μια μεταρρύθμιση που σχεδίασε ο τελευταίος υπουργός στο γόνατο και καταλήξαμε τελευταία στιγμή με ένα πακέτο θεμάτων ανά μάθημα για το οποίο κανείς δεν ήταν προετοιμασμένος. Οι «αρμόδιοι» του Υπουργείου Παιδείας επαναλαμβάνουν την γνωστή από τι Πανελλήνιες εξετάσεις συνταγή τους. Δεν τους ενδιαφέρει να εξετάσουν τις γνώσεις των υποψηφίων και μαθητών γενικότερα. Λειτουργούν με την λογική: «Νομίζεις ότι έχεις διαβάσει κι είσαι προετοιμασμένος; Κοίτα τώρα που θα σε πιάσω να μην τα ξέρεις …»
Το σύστημα με την Τράπεζα Θεμάτων στην βάση είναι σωστό. Θα αντικαταστήσει μάλιστα σε μεγάλο βαθμό τα εξωσχολικά βοηθήματα που πλημμυρίζουν την αγορά και αποτελούν ένα επιπλέον έξοδο γιατον οικογενειακό προϋπολογισμό. Το επίπεδο δυσκολίας των θεμάτων πρέπει να είναι άμεσα εξαρτημένο από το τι θέλουμε ως κοινωνία για την εκπαίδευση των παιδιών μας. Και φυσικά τα βιβλία που τους παρέχουμε να μην είναι γραμμένα σε ένα τρίμηνο. Διότι έτσι γίνεται δυστυχώς Παρέχουμε σχολικά βιβλία τα οποία είναι έτοιμα από την ημέρα της προκήρυξης  μέχρι την παράδοση τους στο τυπογραφείο  σε διάστημα περίπου τριών μηνών. Ένα ενδιαφέρον άρθρο για το θέμα  έχει γράψει η Λώρη Κέζα πριν λίγο καιρό: http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=597424
Έτσι έχουμε καταλήξει να παρέχουμε fast food εκπαίδευση αλλά τώρα με την Τράπεζα Θεμάτων, να απαιτούμε υψηλού επιπέδου αποτελέσματα. Μάλλον δεν είναι εφικτό.
Εξ άλλου δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην εκπαίδευση εμφανίζεται το φαινόμενο της αναπαραγωγής. Οι δάσκαλοι κι οι καθηγητές που θα πάρουν πτυχίο πιθανόν ημιμαθείς, θα διδάξουν τις επόμενες φουρνιές, σε ένα καθοδικό σπιράλ ποιότητας.  Έτσι θα συναντάμε μαθηματικούς που θα λένε αυτάρεσκα ότι δεν ξέρουν γεωμετρία, άλλωστε σε τι τους χρειάζεται (ήδη συμβαίνει αυτό) , ή  άλλους θετικών επιστημών που πιστεύουν ότι μας ψεκάζουν και αλλοιώνεται το DNA (....)του νερού!

Και για να παραφράσουμε ελαφρά τον Λαπλας, η σημερινή κατάσταση, στην οποία βρισκόμαστε, είναι αποτέλεσμα προηγούμενης και αιτία του μέλλοντος μας. Όσο ντετερμινιστικό κι αν ακούγεται αυτό, δυστυχώς επιβεβαιώνεται συνεχώς.


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελευθερία την Παρασκευη 30-5- 2014

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Απόηχος

   Μια και μέσα στην Μεγάλη Εβδομάδα υπήρξε ένας απόηχος του Πανοράματος Ντοκιμαντέρ «Τεκμηρίωσις» θα ήθελα να αναφερθώ σε δυο ζητήματα που έχουν να κάνουν με το Πανόραμα.

   Το πρώτο είναι η αντιμετώπιση που είχε αυτή η πρωτοβουλία για το Φεστιβάλ απ’ την πλευρά της Δημοτικής Αρχής.
Απ’ την πρώτη στιγμή που το προτείναμε στον Δήμαρχο Καλαμάτας, το αγκάλιασε σαν ιδέα ακόμα, βλέποντας το όφελος για την πόλη και μας παρότρυνε να το βάλουμε μπρος ασυζητητί. Ζητήσαμε την αιγίδα και την στήριξη της διοργάνωσης από τον Δήμο Καλαμάτας και ομόφωνα το Δημοτικό Συμβούλιο ενέκρινε την οικονομική συμμετοχή του Δήμου, χωρίς την οποία δεν θα είχε νόημα να προχωρήσουμε.  Με την βοήθεια του Αντιδήμαρχου επί των Οικονομικών και του Προέδρου της «Φάρις» λύσαμε κυρίως διαδικαστικά προβλήματα και αντιμετωπίσαμε τις δυσκολίες, που αναγκαστικά σχεδόν προκύπτουν, όταν επιχειρείται κάτι για πρώτη φορά και δεν υπάρχει προηγούμενη εμπειρία.
Από κει και πέρα είχαμε συνεργασία με τις υπηρεσίες του Δήμου και οφείλονται εύσημα σε όλους τους ανθρώπους, που ανέλαβαν τα γραφειοκρατικά θέματα, που έπρεπε να διεκπεραιωθούν  σωστά, για να μπορέσει να προχωρήσει το Φεστιβάλ.
Έτσι έγινε εφικτό, να ξεκινήσουμε το Πανόραμα Ντοκιμαντέρ Καλαμάτας, μια πολυήμερη εκδήλωση, που στηρίχτηκε στην εθελοντική δουλειά πολλών ανθρώπων και χωρίς εισιτήριο στις προβολές του. Οι ταινίες του Πανοράματος  προβλήθηκαν στο Αμφιθέατρο του Εργατικού Κέντρου (έτσι είναι γνωστό στους πολίτες της Καλαμάτας) το οποίο αποτέλεσε την έκπληξη για όλους μας. Έκπληξη για μια αίθουσα τέτοιων δυνατοτήτων και αισθητικής, που επί χρόνια ήταν ουσιαστικά κλειστή. Αφότου πέρασε στην διαχείριση του Δήμου Καλαμάτας – την εγκαινιάσαμε με το πανόραμα - μπορεί να γίνει ένα κύτταρο πολιτισμού, συμπληρώνοντας επί ίσοις όροις τις αίθουσες που ήδη υπάρχουν.   

   Το δεύτερο είναι η μικρή αναφορά του καλεσμένου από τους διοργανωτές του Πανοράματος Ντοκιμαντέρ, Νίκου Labôt  στην Καλαμάτα τον περασμένο Ιανουάριο.
 Η τέχνη του να υποβαθμίσεις ελαφρά ένα γεγονός ή μια διοργάνωση ώστε να φανείς υψηλότερα ιστάμενος και άρα η συμμετοχή σου να έχει αποτελέσει χάρη προς τους ιθαγενείς -χωρίς όμως να είναι κραυγαλέα η κίνηση, έτσι ώστε να αφήσει μια γεύση απορίας στους μη γνωρίζοντας- είναι μια τέχνη που απαιτεί προσεκτικά διατυπωμένες εκφράσεις, αυτοσυγκράτηση και μισοτελειωμένες προτάσεις, τις οποίες ο καθείς συμπληρώνει εκ των υστέρων κατά το δοκούν. Το αποτέλεσμα επιτυγχάνεται βέβαια, παράλληλα με καλά λόγια και έκφραση ευαρέσκειας.
Διάβασα, με απορία στην αρχή, την συνέντευξη που παραχώρησε στην  Γιούλα Σαρδέλη ο Νίκος Labôt (Χαραλαμπόπουλος) σεναριογράφος και σκηνοθέτης με καταγωγή από την Καλαμάτα, στην Ελευθερία της Μ. Πέμπτης. 
- Πώς αισθάνθηκες που έλαβες μέρος στο ανανεωμένο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Καλαμάτας;
- Ηταν μεγάλη χαρά για μένα που συμμετείχε η ταινία μου "Οι Αθάνατοι στο νοτιότερο άκρο της Ευρώπης" στο νέο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Καλαμάτας. Νομίζω ότι, αν και με κάποια προβληματάκια, ο κόσμος έμαθε από στόμα σε στόμα για το φεστιβάλ και μέρα με την μέρα η αίθουσα γέμιζε. Ελπίζω ότι του χρόνου τα πράγματα θα πάνε καλύτερα και θα γίνονται προβολές και στο Πνευματικό Κέντρο Καλαμάτας. 
Συμπεραίνω πως είχε πλήρη εικόνα της διαδικασίας προβολής του Πανοράματος, την οποία θεώρησε ανεπαρκή τουλάχιστον  προς τους Καλαματιανούς. Πως γίνεται βέβαια να πρόφτασε στις δυο μέρες που έμεινε στην Καλαμάτα να διαπιστώσει το αδύνατο σημείο της διοργάνωσης, που όμως ο κόσμος με την απαράμιλλη δυναμική του το κάλυψε, είναι άξιον απορίας, όπως και το ότι κατάλαβε, πως ο κόσμος το έμαθε από στόμα σε στόμα και συνέρρεαν την αίθουσα σιγά- σιγά.
Προσπερνώ τα περί "προβληματακίων " τα οποία αφού αναφέρει, θα έπρεπε να είναι πιο σαφής - και τότε βέβαια θα υπήρχαν και οι κατάλληλες απαντήσεις- και να μην αφήνει σκιές να αιωρούνται.  
Δεν κατανοώ την ευχή για το Πνευματικό Κέντρο παρά μόνο αν δεχτούμε ότι το αμφιθέατρο του Εργατικού Κέντρου το θεωρεί υποδεέστερο και μ’ αυτό τον τρόπο μας εύχεται «και σ’ ανώτερα».

Η όλη προσέγγιση του νομίζω ότι είναι τουλάχιστον άκομψη. Εκλήθη στην πόλη, παίχτηκε η ταινία του, του δόθηκε βήμα να μιλήσει στο κοινό –και ήταν χαρά μας όπως και για όλους τους καλεσμένους μας-  υπήρξε τις μέρες του Φεστιβάλ βίντεο- συνέντευξη του για να την συμπεριλάβουμε στην ιστοσελίδα του Φεστιβάλ και τα μόνα που βρήκε να πει ήταν αυτά και μόνο. Ας ελπίσουμε ότι, όταν θα μας κάνει την χάρη να ματάρθει με το καλό, θα μας βρει πιο προσεκτικά οργανωμένους και αντάξιους του.

Δημοσιευτηκε στην εφημεριδα "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ" το Σαββατο 26 Απριλιου 2014

Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

Το μυστήριο ζεμπέκικο






Βγάνανε τις καρέκλες τ’ απόγιομα όταν σουρούπωνε, στο δρόμο και πιάνανε το κουτσομπολιό ίσα με τις 11. Αυτή ήταν η διασκέδαση.
Κει κατά τις 8.30 πέρναγε τις καθημερινές ο Γιώργης. Καροτσέρης, όλη την μέρα πάλευε με το ζωντανό για το μεροκάματο. Μετά στου Φιτσάλου, κατοστάρι ξεροσφύρι και να ακούει τους άλλους να βρίζουν την πουτάνα την κοινωνία, που τα ’φερε έτσι τα πράματα. Ο ίδιος δεν έλεγε πολλά, γιατί άμα το καλοσκεφτόταν, δεν ήξερε ποιος του έφταιξε. Ύστερα, μ’ ένα μυστήριο ζεμπέκικο, με τα χέρια απλωμένα για βοήθεια απ’ τα ντουβάρια του στενού σοκακιού, πάταγε δω και βρισκότανε ’κειπέρα, αλλά τοίχο τοίχο τα κατάφερνε να φτάσει στο ερείπιο. Το μόνο που έμενε ήταν να ξημερώσει ο Θεός την μέρα του, να πάει στην πιάτσα στην γέφυρα των καροτσαραίων.