Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Το πολύφωτο



-Ρε μάνα ποια ήταν εκείνη που ανέβηκε κι έριξε τις θηλιές στο πολύφωτο όταν τους φέρανε απ’ το Μελιγαλά στην πλατεία; 
-Τι τα θες αυτά τώρα παιδάκι μου; Άστα…
-Λέγε ρε μάνα!
-Ήτανε μια απ’ την Φυτειά. Της είχανε κρεμάσει οι Γερμανοί μαζί με τους ταγματασφαλίτες τον αδερφό στην πάνω πλατεία  και τον είχαν αφήσει τρεις μέρες να κρέμεται. Σειρία μου και σειρία σου, λέγανε οι Μανιάτες.
Εμένα με πιάσανε όταν την κοπάνησε ο μπάρμπας σου απ’ του Τερζάκη που ήταν  μαζεμένοι και τύπωναν στον πολύγραφο. Είχαν βλέπεις φτιάξει μια ομάδα με ένα ξάδελφο απ’ το Νερόμυλο. Τον σκότωσαν στα Δεκεμβριανά οι χίτες στην Αθήνα. Από κείνη την οικογένεια – ήταν όλοι αριστεροί – δεν έμεινε κανένας.
Ήρθαν σπίτι ψάχνοντας να τον βρούνε. Αφού το ανακώλωσαν όλο και βούτηξαν κι ότι τους γυάλισε, με πήραν, 14 χρονών ήμουν, και με πήγαν στο θήλεων απέναντι απ’ τον Αγιοταξιάρχη. Μας είχαν μαζεμένες καμιά 15αρια στο ισόγειο δυο τρεις μέρες και μετά με άφησαν να πάω σπίτι, χωρίς να μου πούνε τίποτα. Τον πατέρα μου τον είχαν πάρει στο σύνταγμα, τότε με το μπλόκο της Αγοράς, αλλά δούλευε στο συνεργείο του συντάγματος σιδεράς και γλύτωσε την εκτέλεση.
-Κι ο μπάρμπας μου;
-Ε, τι να κάνει. Ανέβηκε στο βουνό. Μετά από κανα δυο βδομάδες τους δώσανε ένα μπιστόλι και μαζί με έναν άλλο απ’ την Σπερχογεία κατεβήκανε μ’ εντολή να σκοτώσουνε κάποιον. Δεν ξέρω τι έγινε, ποτέ δεν μας είπε. Πάντως ήρθε σπίτι στα μαύρα του χάλια. Ψειριασμένος, νηστικός. Τρομάξαμε να τον συνεφέρουμε. Την άλλη μέρα πρωί πρωί χτυπήσανε την πόρτα. Τον είχε δει κάποιος απ’ τη γειτονιά να μπαίνει και τον μαρτύρησε στους ταγματασφαλίτες. Τον πήρανε στο τάγμα. Συφορά. Πήρε  η μάνα μου των ομματιών της και πήγε και βρήκε την Χρυσάνθη την αδερφή του Παπαδόγγονα. Έμενε εκεί πίσω απ’ το 2ο δημοτικό. Η Χρυσάνθη τότε έλυνε κι έδενε, ήτανε βλέπεις ο αδερφός της στα πράγματα. Έδωσε πήρε η μάνα μου, είχε κάτι κουστούμια κουκουλάρικα και κάποιο τόπι μεταξωτό υφασμένο στον αργαλειό, δεν ξέρω τι άλλο έδωσε, μετά από πεντέξη μέρες τον αφήσανε. Κλείστηκε στο δωμάτιο και ξαναβγήκε στην απελευθέρωση. 

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

ΟΚΝΗΡΗ ΔΙΑΘΕΣΗ





«Η άρνηση να βγούμε στις ανοιχτές θάλασσες και η οκνηρή διάθεση
να ντυθούμε το ρούχο της μάζας, να γίνουμε περίτριμμα του κονιορτού της
και υβρίδιο μέσα στον πολτό της, είναι το κυριότερο δείγμα αναξιότητας»

Παναγιώτης Φωτέας
[Από τον πρόλογο του στο βιβλίο του Ευάγγελου Λεμπέση :
« Η επαναστατική μάζα – Η τεράστια κοινωνική σημασία των βλακών εν τω συγχρόνω βίω»]





  Σε ποιον ανήκουν οι πλαγιές των βουνών αυτού του τόπουΣε ποιον ανήκουν ο τοίχος του λιμενοβραχίονα και οι τοίχοι των δημοσίων κτιρίων μιας πόλης; Αν δώσουμε απάντηση σε τέτοια ερωτήματα, θα μπορούμε να πούμε στη συνέχεια αν η κατάληψη τέτοιων χώρων από κάποιες συλλογικότητες είναι αποδεκτή η όχι. Ποιοι έχουν δικαίωμα ψήφου, για να εκφραστούν για την αισθητική που κυριαρχεί σε μια πόλη; Σε τούτη τη χώρα έχουμε χάσει άραγε την ικανότητα να διακρίνουμε  την διαφορά ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του πολίτη;
  Μια ομάδα ανθρώπων ακόμη κι αν θεωρηθεί συλλογικότητα δεν έχει το δικαίωμα να επιβάλει τη δική της αισθητική στον δημόσιο χώρο. Το χειρότερο δε, είναι όταν την επιβάλλει μέσω ενός συμβόλου, για το οποίο κανείς δεν μπορεί να δηλώσει αντίθετος. Είναι το παλιό κόλπο που χρησιμοποιούσαν στις δημόσιες υπηρεσίες και στον στρατό, πριν και κατά την διάρκεια της χούντας όταν διαφωνούσες σε κάτι. Η κλασσική ερώτησηδήλωση: «Κουμμουνιστής είσαι ρε;» (sic)
  Η ελληνική σημαία είναι το σύμβολο του έθνους  (όλα τα κράτη έχουν από μια κι είναι περήφανα, το καθένα για την δική του) αλλά δεν έχει καμιά δουλειά να ’ναι σκαρφαλωμένη στην πλαγιά ενός βουνού, υπηρετώντας την αντίληψη κάποιων περί εθνικοφροσύνης. Μαυτή τη λογική, μια άλλη ομάδα θα φτιάξει ένα σταυρό και θα τον τοποθετήσει στην απέναντι κορυφή, κάποιος άλλος μπορεί να ζωγραφήσει σε γιγαντοπανώ τον Κολοκοτρώνη και πάει λέγοντας. Κάποιοι μπογιάτισαν τον λιμενοβραχίονα με τα σύμβολα της τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας κι αν ερωτηθούν φαντάζομαι ότι μπορεί να πιστεύουν πως εξωράισαν μάλιστα τη μονότονη λιθοδομή. Κουβέντα δεν ακούστηκε από τους υπεύθυνους, μάλιστα στην περίπτωση της σημαίας ειπώθηκε οτι δόθηκε και άδεια απτον Δήμο. Μήπως φοβήθηκαν οι υπεύθυνοι, ότι εν εναντία περιπτώσει, θα εκατηγορούντο ως «κουμμουνιστές»; 
  Είναι γνωστό ότι σε δύσκολες εποχές η εθνική υπερηφάνεια είναι το «αντίδοτο» της ανεργίας, της φτώχειας και όλων των αντίστοιχων δεινών. Αρκετοί συμπολίτες μας φαντάζομαι θα θυμούνται στις πλαγιές των βουνών συνθήματα όπως «Ζήτω η ΕΛΛΑΣ», «Ζήτω η εθνική κυβέρνησις», πουλιά της χούντας κ.λπ.
  Η αισθητική μιας  περιοχής είναι δημόσια περιουσία και κανείς δεν μπορεί να την καταπατήσει η να επιβάλλει την δική του άποψη. Όσοι νιώθουν ιδιαίτερα περήφανοι για την πατρίδα μας (περισσότερο από μας τους υπόλοιπους) για την ποδοσφαιρική ομάδα της πόλης μας και για όποιο άλλο κοινό αγαθό, ας ψάξουν πιο πρακτικούς τρόπους να το ενισχύσουν. Στην περίπτωση της Ελλάδας ας ανοίξουν μια επιχείρηση ώστε να αυξηθεί το ΑΕΠ και να προσλάβουν και κάποιον άνεργο. Για το ποδόσφαιρο δεν ξέρω και δεν μπορώ να προτείνω κάτι.  


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελευθερία την Τετάρτη 17- 8 - 2016